Το σύντομο διήμερο ταξίδι μου στη βόρεια Ελλάδα, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αφήσει έξω ένα καλό και συνάμα πρωτοφανές γεύμα για τα δεδομένα της Θεσσαλονίκης.
Έχοντας επιλέξει να αποφύγω την ελληνική κρεατοφαγία με ότι αυτο συνεπάγεται, βρέθηκα περπατώντας στα Λαδάδικα έξω από το ξενοδοχείο Bristol. Το μάτι μου έπεσε πάνω στο γωνιακό μπαρ La Baronne το οποίο κρατά ψηλά το ανάστημά του σε σχέση με τη μάζα της συμπρωτεύουσας, γεμάτο με βιενέζικα έπιπλα (ξέρετε, αυτά με το μάυρο σιδερένιο πλάισιο και την ψάθα με τα μικρά κυκλάκια που όλο και κάποιο θα έχει ξεμείνει στην αποθήκη ή στο σπίτι της γιαγιάς).
Δίπλα, λοιπόν, βρίσκεται ένα πολύ ενδιαφέρον εστιατόριο ονόματι, El Correo ή αλλιώς το ταχυδρομείο, όπου στεγαζόταν, επι οθωμανικής αυτοκρατορίας το ταχυδρομείο της πόλης.
Μπάινοντας στο lobby ήρθα αντιμέτωπος με κάποια κομμάτια απο τη συλλογή κρασιών του εστιατορίου από Αργεντινή και Χιλή.
Κάθησα σε μια υπέραναπαυτική πολυθρόνα κι άρχησα να διαβάζω τον κατάλογο. Η πρώτη παύση έγινε μόλις έφτασα στο σεβίτσε λαυράκι. Η δεύτερη στο Vitello Tonnato. Δεν υπήρχε λόγος να αντισταθώ, το λαυράκι ήταν όσο φρέσκο περίμενα, το κολιανδρο κυριαρχούσε μαζί με ένα ελαφρύ κάψιμο και δυνατή οξύτητα. Δίπλα του έβαλα ένα ποτήρι λευκό κρασί αρκετά σπάνιο “Η κυρά της Λίμνης” Ροδίτης και Μπατίκι, ταίριαξε υπερβολικά πολύ.
Η συνέχεια με το Vitello Tonnato απαιτούσε κάτι άλλο και σκεπτόμενος πως το κυρίως μου ήταν σκαλοπίνι με δυνατή σάλτσα και λίγα λαχανικά το Carmenere ήταν μονόδρομος οπότε “Casa Lapostolle” 2013, φρέσκο μα συμπυκνομένο, με μακριές αλλα βελούδινες ταννινες, μέτριας έντασης μύτη με μάυρο φρούτο και πιππέρι να κυριαρχούν ευγενικά.
Ήχοι από αργεντίνικο τάνγκο μας συνόδευαν καθόλη τη διάρκεια, μα πέρα από την σίγουρη επιτυχία της κουζίνας εκεί που έμεινα πραγματικά άφωνος, ήταν το σέρβις, θέλετε από διακριτικότητα, θέλετε από ταχύτητα, από ευγένεια, σπάνια θα συναντήσετε κάτι αντίστοιχο. Τα παιδιά αυτά ήθελαν πραγματικά να μου κάνουν την δίωρη εμπειρία μου αξέχαστη. Τους είπα ακριβώς τη σειρά των πιάτων και των κρασιών, μία φορά, και όλα κύλισαν με ακρίβεια λεπτού. Η σχέση τιμής – ποιότητας ήταν ακριβώς αυτή που έπρεπε, χωρίς υπερβολές. Στο El Correo θα πληρώσεις κάτι παραπάνω αλλά σου παρέχουν κι εκείνοι με τη σειρά τους πολύ παραπάνω απο αυτό που περιμένεις.
Έτσι, φεύγοντας, μου έμεινε ένα χαμόγελο το οποίο με οδήγησε δίπλα στο La Baronne για ένα τζίν & τόνικ, σκεπτόμενος πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή μου αν 4 στα 10 εστιατόρια ήταν σαν αυτό που επισκέφθηκα εν αντιθέση με το 1 στα 50 που ήμουν τυχερός και βρήκα.
Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
✓ Live Streaming✓ Interactive Chat✓ Private Shows✓ HD Quality✓ Free Actions
Free to watch • No registration required • HD streaming
Εκείνες τις φορές που μπαίνοντας σε ένα εστιατόριο για πρώτη φορά νιώθεις τόσο οικεία?
Εκείνες τις φορές που το περιβάλλον σε γοητεύει χώρις περιττές πολυτέλειες?
Εκείνες τις φορές που η ιταλική γλώσσα απ' το στόμα του σερβιτόρου σου εμπνέει εμπιστοσύνη?
Αυτό είναι το “La Gratella” ή η σχαρα. Μια γνήσια ιταλική τρατορία που όχι μόνο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες στα στενά της Ρώμης ή κάποιας φημισμένης ιταλικής επαρχίας, αλλά τους βάζει και τα γυαλιά με άνεση και με τα σίγουρα χέρια του νέου σε ηλικία (αλλα όχι σε αριθμό πάσων) Φωτάγγελου Πανταζή.
Ο κατάλογος έχει την κλασική ιταλική μορφή με τα antipasti σε πρώτο πλάνο, σαλάτες, pasta και pasta fresca (γεμιστά), rissoto, secondi και pizza.
Ξεκίνησα με μανιτάρια σωτέ με σκόρδο και μυρωδικά, ήρθαν τραγανά με άρτια δεμμένη σάλτσα και τις ισορροπίες γήινου, καυτερού και βοτάνων να αναδυκνύουν πόσο σημαντική είναι η απλότητα όταν ξέρεις να την χειριστείς. Ακολούθησε μία πίτσα μαργαρίτα, η ζύμη της οποίας μόλις είχε ανοίξει, λεπτή και τραγανή. Την έπιασα απευθείας με τα χερια.
Έπειτα ραβιόλι φρέσκα γεμιστά με μανιτάρια πορτσίνι σε σαλτσα τρούφας, αρωματικά και τραγανά με μπόνους ραβιόλι με υγρή γέμιση που έσκασε στο στόμα μου και είπα, μου κάνεις πλάκα..!
Η ταλιάτα απο φιλέτο μόσχου, παγιάρ (χτυπημένο καλά). Όταν είδα παγιάρ, αποφάσισα να μην ζητήσω rear ψησιμο ως συνήθως και να τον αφήσω να κάνει ότι θέλει. Βγήκα κερδισμένος. Αν και περίεργος συνδιασμός τρόπων κοπής, δεν το λες και ταλιάτα αν και κρύβει μια ιστορία, ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα, ένα λεπτό, ζουμερό κομμάτι από το φιλέτο, σε σωστή θερμοκρασία μέσα και έξω.
Στο κομμάτι κρασί οι επιλογές είναι πολλές κυρίως από τον ελληνικό αμπελώνα χωρίς φυσικά να λείπουν οι ιαλικές ποικιλίες ορόσημο όπως, malvasia trebiano, pinot grigio, sangiovese. Δεν είδα καμία αναφορά σε χύμα κι αυτό ήταν πολύ θετικό. Θα ήθελα μόνο ένα άνοιγμα στα ροζέ. Οι τιμές όμως ήταν προκλητικά χαμηλές το οποίο σου κάνει τη ζωή εύκολη στο να πάρεις και δεύτερο μπουκάλι, ή να αλλάξεις κρασί στο κυρίως.
Το κλείσιμο ήταν η πανακότα με πικρό μέλι κουμαριάς, (το λάτρεψα) και τιραμισού σεμιφρέντο.
Για να καπνίσω έπρεπε να βγώ έξω, πάλι καλά.
Γενικά ο Φωταγγελος Πανταζής έχει μια ιδιαίτερη δυναμική σαν σεφ, μα κυρίως σαν χαρακτήρας. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα πιάτα του μέσα απ' τα οποία εκτιμά την ιταλική παράδοση και την προσεγγίζει με τρόπο τέτοιο ωστε να γίνεται οικείος και κατανοητός. Οι Ιταλοί δίνουν σημασία στην απλότητα και στην πρώτη ύλη, ο Φωτάγγελος το ξέρει κι εμείς θα ξαναπάμε με κλειστά τα μάτια.
Είναι η στιγμή που αναφώνησα “επιτέλους”, περπατώντας στα Φηρά της Σαντορίνης περί το ήμισυ της πρώτης πρωινής.
Έχει ανοίξει λίγες μόνο μέρες και είναι η αιτία για να έχεις ονείρωξη μετά από κάθε επίσκεψη. Ο λόγος για το Bao Concept Santorini. Less is more, φοβερά, ζουμερά ισορροπημένα bao με 2-3 υλικά στην κατάλληλη όμως ποσότητα και στις σωστές κοπές για να μπορείς να τα απολαύσεις χωρίς να λερωθείς, ικανά να σε χορτάσουν και να καλύψουν την ανάγκη για κάτι εκλεπτυσμένο τις δύσκολες ώρες. Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα όμοιο. Μαζί με ένα μπολ νούγιες με κοτόπουλο και baby corn, να καίνε όσο πρέπει, κάτω από έναν γερασμένο ευκάλυπτο, χαμογέλασα που ο ιδιοκτήτης με γλύτωσε από προϊόντα όπως “gyros” και “pizza”.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται λόγος για την πέμπτη γεύση, ονόματι “umami”. Είναι το αποτέλεσμα συνδυασμού των 4 γεύσεων και επιφέρει την ισορροπία στον γευστικό μας ζυγό. Οι Ιάπωνες έχουν μιλήσει χρόνια πριν για την ύπαρξή της με κύριο τον Κικουνάε Ικέντα, ο οποίος την απομόνωσε το 1908.
“Πέρα όμως από την διατροφική του αξία ή το αν εν τέλη είναι βλαβερό ή όχι για τον ανθρώπινο οργανισμό, αυτό που πραγματικά καταστρέφει η μακροχρόνια χρήση του είναι το αισθητήριο του τι είναι πραγματικά νόστιμο και τι όχι.”
Καθώς το “umai” (υπέροχη), “mi” (γεύση) πήρε χημική υπόσταση ως γλουταμινικό μονονάτριο ή Ε612 ή MSG, χρησιμοποιήθηκε κατακόρον από τη βιομηχανία τροφίμων και κυρίως από συσκευασμένα σνακ και φαστ φουντ. Έγινε το μέσο που τα κάνει νόστιμα και ελκυστικά, ενώ στην πραγματικότητα ούτε που θα τα αγγίζαμε. Το τεχνητό umami λειτουργεί πολύ καλύτερα με την παρουσία του αλμυρού ή με κάποιον αρωματικό συνδυασμό και παρεβρίσκεται σε συγκεντρώσεις 0,2% - 1%, αν όχι σε όλα, στα περισσότερα σνακ όπως γαριδάκια, πατατάκια, έτοιμα σάντουιτς, μπέργκερ και λοιπά προϊόντα γνωστών εταιριών. Πέρα όμως από την διατροφική του αξία ή το αν εν τέλη είναι βλαβερό ή όχι για τον ανθρώπινο οργανισμό, αυτό που πραγματικά καταστρέφει η μακροχρόνια χρήση του είναι το αισθητήριο του τι είναι πραγματικά νόστιμο και τι όχι.
Όλοι μας έχουμε το umami ως μια από τις πρώτες γεύσεις που γνωρίζουμε άθελά μας, γιατί βρίσκεται στο μητρικό γάλα, και μάλιστα, σε πολύ μεγάλη συγκέντρωση. Όμως για τη δική μου την γενιά και σίγουρα για τις επόμενες, οι τροφές με γλουταμινικό μονονάτριο είναι πραγματικά παντού. Τις δοκιμάζουμε από παιδιά και τις απολαμβάνουμε περισσότερο από τίποτα. Αυτό δημιουργεί μιας μορφής εθισμό διότι στη γλώσσα υπάρχουν συγκεκριμένοι υποδοχείς της L-γλουταμίνης, τους οποίους εκπαιδεύουμε σχεδόν καθημερινά. Όπως για παράδειγμα με τον καφέ. Άλλοι τον προτιμούν πικρό, άλλοι μέτριο. Ο καφές δεν παύει σε καμία περίπτωση να είναι πικρός απλά με την ζάχαρη, “ξεγελάμε” τους υποδοχείς του πικρού κι έτσι συνηθίζουμε και εθιζόμαστε στο γλυκό.
Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με το umami. Εκπαιδευόμαστε να τρώμε κάτι τεχνητά νόστιμο κι έτσι κάποιες τροφές μας φαίνονται άσχημες, όπως οι φακές ή το σπανάκι. Αντίθετα, οι τροφές που περιέχουν από μόνες τους αυτή τη γεύση όπως η παρμεζάνα, ο σολομός, το κινέζικο λάχανο, τα μανιτάρια, τα όστρακα, το πράσινο τσάι και άλλες, λόγω της μικρότερης συγκέντρωσης, δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικές στον καταναλωτή.
Ξέρω πως στο στο βωμό του νόστιμου φαστ φουντ, καθώς επίσης και στην ευκολία που μας παρέχεται, είναι δύσκολη η διακοπή του αλλά σε περίπτωση που κάποιος το καταφέρει τότε θα μπορέσει να αντιληφθεί πραγματικά το πόσο νόστιμο μπορεί να είναι ένα καλομαγειρεμένο πιάτο, ένα ωμό λαχανικό ή ακόμα να δει ουσιαστική διαφορά σε ένα γεύμα με φυσική γεύση umami.
Ξαναλέω, δεν μιλάω από θρεπτικής πλευράς αλλά από τη διαφορά που θα παρατηρήσουμε στην απόλαυση.
Ήταν Αύγουστος του 2010 όταν αποφάσισα να πάρω τον οματιόν μου και να ταξιδέψω με τη φρεσκοαγορασμένη μου βέσπα προς το άγνωστο. Βάση μιας στιγμιαίας ανάμνησης από κάποια ταινία, που τώρα δε θυμάμαι, η οποία άρχιζε με ένα γενικό εναέριο πλάνο απ' την εκπληκτική Σιένα, αποφάσισα να ταξιδέψω ως εκεί αφήνοντας πίσω μου έγνοιες, άγχος, το Αιγαίο και το κινητό μου. Εκείνες οι στιγμές που νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, πως ο φόβος είναι μια λέξη δύσκολη, για εκείνους που μπορούν να την αντιληφθούν ενώ για τους άλλους είναι 5 εν σειρά γράμματα.
Τι να χωρέσει μια βέσπα, ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα, (ιδέα δεν είχα) ούτε που μ' ένοιαζε κιόλας. Δυο παντελόνια, μερικές μπλούζες, εσώρουχα ένας χάρτης από τη Περούτζια και μετά, ένα καρτοκινητό των 20 ευρώ, όλα μέσα σε ένα σακίδιο και ο,τι χώραγαν οι τσέπες.
Το πλάνο ήταν: Αθήνα – Πάτρα – Αγκόνα – Περούτζια κι έπειτα ο,τι φανεί ενδιαφέρον στο χάρτη. Λίγες μέρες πριν φύγω, συζητούσα με το φίλο μου το Γ. Αργυτάκη πως θα καταλήξω στη Σιένα, γούρλωσε τα μάτια και μου είπε: “Θα πας να βρεις τον Ηρακλή, να του πεις πως σε έστειλα εγώ. Εστιατόριο “il Guidoriccio.” Οπότε ενδόμυχα απέκτησα ένα στόχο!
Μέρα πρώτη: Τη διαδρομή για τη Πάτρα δεν τη θυμάμαι καθόλου, το μόνο που θυμάμαι είναι να προσπαθώ να πλάσω εικόνες για το τόπο που πάω. Έφτασα ταλαιπωρημένος απ' τις λακκούβες κι από την θυσία full face κράνους στο βωμό του στυλ. Πάρκαρα στο λιμάνι κάτω από ένα στέγαστρο, ξάπλωσα πάνω στη βέσπα και κοιμήθηκα περίπου μία ώρα. Έπειτα μπήκα στο πλοίο, μου δέσανε τη μηχανή φιόγκο με κάτι σχοινιά και ανέβηκα πάνω. Δέκα ώρες μετά αναρωτήθηκα πως θα πάω απ'την Αγκόνα στη Περούτζια χωρίς χάρτη και χωρίς πλοηγό. Μικρό το κακό σκέφτηκα.. Τόσες νταλίκες με οδηγούς έχει, κάποιος θα φιλοτιμηθεί να μου πει. Ρώτησα λοιπόν ένα τύπο ο οποίος μόλις άρχισε να μιλά κόντεψα να λιποθυμήσω διότι η ανάσα του βρωμοκοπούσε ούζο. Μου περιέγραψε μια διαδρομή 140 χιλιομέτρων, λες και τον ρώτησα πως θα πάω απ το Κολωνάκι στο Σύνταγμα. Μετά μου έδωσε ένα μπουκάλι ούζο, κλειστό, και πήγε για ύπνο. Το έδωσα σε κάτι Γερμανούς οδηγούς που το κοίταζαν και πήγα στο μπαρ να πάρω μια μπίρα κι ένα μπέρμπον, είχα ξεχάσει να φάω, οπότε μόλις τα ήπια, ξεράθηκα για περίπου 6-7 ώρες. Ξύπνησα, πήρα πρωινό και ύστερα από λίγο φτάσαμε στην Αγκόνα.
Μέρα δεύτερη: Δέσαμε στο λιμάνι, μόλις βγήκα απ' το καράβι ξεκίνησε να βρέχει, να βρέχει πολύ, πάρα πολύ. Δεν έβλεπα πέρα από 2 μέτρα. Είχε τρομερή κίνηση στο λιμάνι αλλά η κυκλοφορία συνεχιζόταν κανονικά και δεν υπήρχε μέρος να σταματήσεις. Βρήκα ένα βενζινάδικο. Έπρεπε να γεμίσω. Σταμάτησα και δεν υπήρχε κανείς , ήταν αυτόματο και ως τότε στην δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Εμφανίστηκε μια κοπέλα μούσκεμα απ' τη βροχή με κάτι μπουκάλια νερού. Είχε μείνει με ένα smart από βενζίνη και ήταν υπαίτια για την κίνηση που συνάντησα πριν. Μου ζήτησε να την πάω εκεί, της είπα πως πρώτα πρέπει να με βοηθήσει γιατί οι οδηγίες ήταν στα ιταλικά. Με βοήθησε, την πήγα και επέστρεψα στην πορεία μου. Η βροχή ακάθεκτη και η ορατότητα μηδενική. Προσπαθούσα να ακολουθήσω τις οδηγίες ως που βγήκα σε ένα δίκτυο που λέγεται μοτοστράντα, με προσπερνούσαν νταλίκες και μου πέταγαν ακόμα περισσότερο νερό, δεν μπορούσα να πάω με πάνω από 70 χλμ/ώρα. Σανίδα σωτηρίας ήταν ένα τούνελ, αρκετά μεγάλο και εντελώς στεγνό, ακολούθησαν μερικά ακόμη και στην ουσία πέρασα κάτω από την gola della rosa. Ως το τελευταίο τούνελ είχα πλέον στεγνώσει εντελώς. Βγήκα και με χτύπησε ο ήλιος στη μούρη. Αυτό το συναίσθημα δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Έπρεπε να ακολουθώ τις ταμπέλες για “Ρόμα” έως ότου δω τη λέξη “Φιρέντζε”. Έτσι κι έγινε. Έφτασα στην Περούτζια και τότε σταμάτησα για να ανοίξω επιτέλους το χάρτη. Η απόφαση ήταν εύκολη. Montepulciano και ούτε λόγος. Φτάνοντας κατάλαβα πως απαγορευόταν να βάλω τη βέσπα μέσα στην πόλη εκτός εάν είχα σχετική άδεια. Πήγα στο κρατικό τουριστικό γραφείο, μου βρήκαν δωμάτιο και μου έδωσαν την άδεια μέσα σε δέκα λεπτά. Λεγόταν “La terrazza di Montepulciano” και ο ιδιοκτήτης ήταν ο Roberto, ένας ψηλός Ιταλός γύρω στα 50, με μουστάκι και μαύρο υποκάμισο με σηκωμένο γιακά. Τόσο τρομακτικός όσο και φιλόξενος. Μου πάρκαρε τη βέσπα, μου κουβάλησε τα πράγματα, μου έδωσε κρασί και με πήγε σε ένα δωμάτιο με θέα που μόλις άνοιξα το παράθυρο αναφώνησα “αποκλείεται”.
Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
✓ Live Streaming✓ Interactive Chat✓ Private Shows✓ HD Quality✓ Free Actions
Free to watch • No registration required • HD streaming
Εξετάζοντας λίγο τα αποστάγματα στο εμπόριο, εύκολα παρατηρεί κανεις, κυρίως πάνω σε ετικέτες γνωστών προϊόντων, να γράφει 4 ή 5 ή 6 φορές αποσταγμένο ή 3 - 4 φορές φιλτραρισμένο και αυτομάτως την τιμη του προϊόντος να αυξάνει, παράλληλα με το κύρος του αγοραστή.
Ειναι τελικά τόσο σημαντικός ο αριθμός των αποστάξεων ή του φιλτραρίσματος ώστε να διπλασιάζει ή τριπλασιάζει την τιμη;
Κατα ποσο ισοσταθμιζονται τα χρήματα που δίνουμε με το τελικό προϊόν που απολαμβάνουμε;
Μήπως το μάρκετινγκ και η στρατηγική των εταιριών διανομής, έχουν αποδώσει δεόντως για προϊόντα που σε άλλη περίπτωση ούτε που θα τα κοιτάζαμε;
Για να τα βάλουμε λοιπον ολα σε μια σειρά!!
Απόσταξη ορίζεται ο διαχωρισμος ενος υγρού, συγκεκριμένου σημείου βρασμού απο ενα γενικότερο μείγμα. Κάθε υγρό που θελουμε να απομονώσουμε εχει ενα συγκεκριμένο σημείο ζεσεως. Άρα με την απόσταξη φέρνουμε το αρχικο μας μείγμα σε μια προκαθορισμένη θερμοκρασία με σκοπό ενα απο τα συστατικά του να γίνει υδρατμοί και να απομονωθεί αλλάζοντας μορφή.
Στην περίπτωση που το μείγμα μας ειναι αζεοτροπικο δεν γίνεται διαχωρισμός (πχ. 95% αιθυλική αλκοόλη / 5% νερό). Όταν λοιπον διαβάζουμε σε μια βότκα τον όρο "6 times distilled" αυτο που πρέπει να μας απασχολεί ειναι το πως έχουν γίνει αυτές οι άποσταξεις. Πιο συγκεκριμένα, η ταχύτητα τους, το αρχικό τους μείγμα, τα πρωτογενή συστατικά, το είδος του αμβυκα και η ποσότητα τελικού προϊόντος ανα παρτίδα. Θα ηταν πολυ κουραστικό να αναλύσω έναν έναν κάθε παράγοντα απο τους παραπάνω.
Συνοπτικά λοιπόν έχουμε και λέμε: αργή απόσταξη σημαίνει χαμηλότερες θερμοκρασίες δηλαδή πιο κοντά στο σημείο ζεσεως του υγρού που θελουμε να απομονώσουμε, άρα καλύτερη και καθαρότερη τελική μορφή. Το αρχικό μείγμα, αν δεν ειναι προϊόν ζύμωσης (για να εξετάσουμε την ποιότητα της μεμονωμένα) θα πρέπει να ειναι καθαρή αλκοόλη 95 % vol με κάτι απο το οποιο θελουμε να την χαρακτηρίσουμε (πχ λεμόνια), και νερό. Διαφορές στην πρώτη ύλη όπως, φλούδες λεμονιών ή ολόκληρα λεμόνια καθώς και η διάρκεια παραμονής τους (εκχύλιση) παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αρωματική ένταση, καθώς και στη φρεσκάδα του αποστάγματος. Προσπαθώντας λοιπον να φτιάξουμε ενα τζιν, παίρνουμε καθαρή αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, ενα μίγμα βοτάνων, φρούτων, και μπαχαρικών, με κύριο και σε ποσοστό πάνω του 40% κέδρο, και νερό. Κανουμε μια πρώτη εκχύλιση στον αμβυκα κι έπειτα ανάβουμε τις φωτιές ή το φέρνουμε σε απευθείας επαφή με ατμό. Εδω ειναι η πρώτη και πιο βασική διαφορά στον τροπο θέρμανσης του αμβυκα. Απο αυτό καθορίζεται η ταχύτητα της διαδικασίας διότι ο ατμός εχει αισθητά χαμηλότερη θερμοκρασία απο την απευθείας επαφή με τη φωτιά. Άρα έχουμε μια πιο εκλεπτυσμένη διαδικασία η οποία περα απο το οτι αυξάνει την διάρκεια παραγωγής αυξάνει και το κόστος αυτής.
Υπάρχει λοιπον η δυνατότητα να επαναποσταξουμε το προηγούμενο προϊόν. Ετσι στη δεύτερη απόσταξη είτε θα το καθαρίσουμε ή θα προσθέσουμε επιπλέον αρώματα (με εκχύλιση στον αμβυκα, όπως πριν), σκεπτόμενοι παντα πως θα χάσουμε κάποια χαρακτηριστικά απο το αρχικο προϊόν. Τέλος θα ανεβάσουμε κατα πολυ τον αλκοολικό τίτλο (optional). Όσον αφορά τους αριθμούς των αποστάξεων δεν προτιμάμε την ποσότητα αλλα την ποιοτική και αργή απόσταξη με προσοχή στην καλής ποιότητας πρώτη ύλη.
Πολυ ενδιαφέρουσα διαδικασία παραγωγής εχει το Sloane's gin. Εκεί, μέσα απο μικρούς αμβυκες δημιουργούνται αποστάγματα απο το κάθε συστατικό ξεχωριστά τα οποία ξεκουράζονται για μερικούς μήνες , έπειτα γίνεται ενα μπλεντ απο αυτά το οποιο επίσης παραμένει σε δεξαμενές για μερικούς μήνες και τέλος γίνεται η εμφιάλωση. Αυτο βοηθάει στην επιμέρους άριστη διαχείρηση του κάθε πρωτογενούς συστατικού ξεχωριστά βάση των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει.
Ετσι το Sloane's gin ειναι το πλέον ποιοτικό τζιν για τα χρήματα που κοστίζει (περιπου 35€).
Ελπίζω να έχουν γίνει κατανοητοί οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ενος αποστάγματος.
Το φιλτράρισμα ειναι μια διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα λιγο πριν την εμφιάλωση. Σε πρώτη φάση, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον καθαρισμό του προϊόντος πρίν την εμφιάλωση, από στερεά αντικέιμενα που μεταφέρθηκαν ή δημιουργήθηκαν από την απόσταξη. Υπάρχουν διάφορες διαδικασίες φιλτραρίσματος.
Οι πιό σημαντικές είναι η αντίστροφη ώσμωση, η διήθηση και φυσικά ο ενεργός άνθρακας. Κάθε μια απο αυτές επιδρά με τον τρόπο της.
Εν τάχει, η αντίστροφη ώσμωση αυξάνει την συγκέντρωση του διαλύματος, απομακρίνοντας μέρος από την ποσότητα του διαλύτη. Αν και έχει μεγάλες απώλειες, είναι αποδεκτή σε κάποιο βαθμό αλλά υπο προυποθέσεις, γιατί αραιώνει το τελικό προϊόν. Κυρίως τη συναντάμε όταν κατα την απόσταξη πχ αλκοόλης με βότανα, παρουσιαστούν στο τελικό προϊόν, έλαια ή άλατα. Αν η απόσταξη όμως είναι αργή και σε χμηλές θερμοκρασίες δεν χρειάζεται.
Η διήθηση από την άλλη, απλά φιλτράρει μέσω διαφόρων ειδών φίλτρων, από στερεά τα οποία πολλές φορές δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι. Είναι σχεδόν απαραίτητη, είδικά σε περιπτώσεις που έχουμε παλαίωση σε βαρέλι.
Ο ενεργός άνθρακας είναι η πλέον διαδεδομένη μέθοδος μα σε καμία περίπτωση σύγχρονη διότι χρησιμοποιούταν αιώνες πρίν για τον καθαρισμό του νερού από τοξικά ή δηλητήρια. Επιδρά στη δομή του αποστάγματος με τέτοιο τρόπο ωστε να επηρεάσει – αλλάξει το χρώμα εξολοκλήρου. Μπορεί να “καθαρίσει” ένα παλαιωμένο ρούμι και να το κάνει πάλι λευκό. Αφήνει κάποια χαρακτηριστικά (στην προκειμένη περίπτωση) στον αρωματικό χαρακτήρα αλλά αν θέλετε την πρωσοπική μου γνώμη, τόσο που τα μειώνει και έτσι όπως παρεβρίσκονται μετά, καλύτερα να μην υπήρχαν. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμη. Όπως σε χειροποίητα προϊόντα, μετά την διήθηση (από τα στερεά), βοηθάει στη σύλληψη των κακών αρωμάτων, όπως υπερβολική βοτανικότητα, ή γεύσεων, όπως το πικρό.
Για να ξεκαθαρίσω όμως το τοπίο. Όταν η απόσταξη προέρχεται από μικρό άμβυκα, είναι αργή και στις κατάλληλες θερμοκρασίες και οι πρώτες ύλες είναι άριστης ποιότητας, μετά την παραμονή του αποστάγματος σε δεξαμενή για την ηρεμία και την ωρίμανσή του, δεν είναι υποχρεωτικό το φιλτράρισμα.
Μήν σας αποσπά την προσοχή ένας μεγάλος αριθμός αποστάξεων ή φιτραρισμάτων σε ένα προϊόν. Δεν είναι απαραίτητα κακός αλλά δεν είναι και υποχρεωτικό να διευκρινιζει αν μία ετικέτα είναι καλύτερη από μια άλλη.
Εν αρχή ην οι αποικίες. Οι αποικίες έφεραν σκλάβους. Οι σκλάβοι έφεραν ρούμι.
Ρούμι ορίζεται απόσταγμα απο χυμό ζαχαρότευτλων ή από το υποπροϊόν αυτού ονόματι μελάσσα.
Τρεις ονοματοδοσίες καθορίζουν την περιοχή δηλαδή τις αποικίες από τις οποίες προέρχεται κατά βάση κι όχι αποκλειστικά.
Οι εξής: rum, ron, rhum.
Rum: Απόσταγμα με βάση τη μελάσσα, απο βρετανικές αποικίες όπως η Γουιάνα, η Τζαμάικα ή τα Μπαρμπέιντος. Δυνατά, αρωματικά αποστάγματα, με γεμάτο σώμα.
Ron: Απόσταγμα με βάση τη μελάσσα, απο ισπανικές αποικίες όπως το πουερτο ρικο, η Κούβα ή η Δομινικανή δημοκρατία. Πιο ελαφρύ σώμα και γενικά πιο ήπια χαρακτηριστικά με εξαιρέσεις κάποια μπλεντ απο το Τρίνινταντ.
Rhum: Απόσταγμα απο φρέσκο χυμό ζαχαρότευτλων προερχόμενο απο τις γαλλικές αποικίες όπως το Μαρτινίκ ή η Αϊτή. Έντονη βοτανικότητα και γήινα χαρακτηριστικά, λουλούδια και ήπιο σώμα. Ορισμένες φορές πολυ υψηλό αλκοόλ.
Η Βενεζουέλα ειναι μια ιδιάζουσα περίπτωση που δίνει και προστατευόμενη ονομασία προέλευσης.
Η Βραζιλία ονομάζει κασάσα ενα απόσταγμα ζαχαρότευτλων αρκεί να ειναι απο 38% - 54% vol και να παρασκευάζεται εντός των συνόρων.
Βασικό συστατικό και πηγή έμπνευσης των πλέον διάσημων κοκτέιλ του 20ού αιώνα, το ρούμι τολμά να μπεί σε σαλόνια και μπάρ και να κλέψει την παράσταση αποκτώντας ακόμα και ανταλακτική αξία.
Οι βασικές λέξεις που περιγράφουν ενα προϊόν με τόσο μακροσκελή ιστορια, ενα προϊόν που έγινε γνωστό ως το νερό της ζωής, που εχει την ευθύνη για την ανάπτυξη της ποτοποιίας, της εστίασης, του πολιτισμού αλλα και του αλκοολισμού, ειναι οι εξής: σιτηρά, μαγιά, νερό και παλαίωση.
Σιτηρά που χρησιμοποιούνται κατεξοχήν για το ουίσκι ειναι τα εξής: σίκαλη (rye), καλαμπόκι (corn), βυνη (malt), στάρι (wheat) και κριθάρι (barley).
Το γράμμα "e" θέτει κάποιες παραμέτρους σχετικά με την περιοχή. Γενικά ισχύει πως: whiskey προέρχεται απο την Αμερική και την Ιρλανδία ενώ whisky απο οπουδήποτε αλλου. Εξαιρέσεις υπάρχουν.
Η λέξη scotch παραπέμπει στη Σκωτία.
Η λέξη Irish παραπέμπει στην Ιρλανδία.
Το bourbon ειναι αμερικανικό whiskey η παραγωγή του οποίου απαιτεί 51% καλαμπόκι. Η περιοχή Kenducky ομως δεν ειναι αποκλειστική. Αρκεί απλά να παρασκευάζεται εντός των ΗΠΑ και να παλιώνει για κάποιο χρονικό διάστημα σε καινούργια, απανθρακωμένα βαρελια αμερικανικής λευκής δρυός.
Tennessee χαρακτηρίζουμε το whiskey που πριν τη μετάγγιση του σε βαρέλι όπως του bourbon εχει φιλτραριστεί απο άνθρακα με τη μέθοδο "Lincoln county process".
Malt μπορεί να παραχθεί οπουδήποτε.
Single malt σημαίνει πως εχει χρησιμοποιηθεί μονο βυνη.
Blended scotch σημαίνει διαφορά αποστάγματα απο διαφορά σιτηρά και απο διαφορά αποσταγματοποιεία.
Επιπλέον παράγοντας για scotch και Irish ειναι τα τρία και πλέον έτη παλαίωσης σε δρύινο βαρέλι που κατα κύριο λογο εχει παλιώσει πρότινος bourbon ή κρασί.
Για την προέλευση του whiskey ευθύνονται μοναχοί, κυρίως Ιρλανδοί και Σκοτσέζοι, οι οποίοι έκαναν απόσταξη στις μπύρες τους.
Πολλά έχουν ακουστεί ως "πρέπει" και ως "μη" για το πως ειναι ορθό να απολαύσουμε ενα ουίσκι.
Στη λέξη απολαύσουμε ομως, δεν υπάρχει ούτε το ενα ούτε το άλλο.
Σου αρέσει με πάγο, σκέτο, με νερό, με ginger ale, με ολα αυτά μαζί, sour, αν το απολαμβάνεις, πιες το χωρις καν να το σκεφτείς δεύτερη φορα.
Πηγή έμπνευσης του κειμένου που ακολουθεί είναι ένα γνωμικό του Μπουκόφσκι το οποίο λέει:
“Κάποιοι άνθρωποι αγαπούν αυτό που κάνεις, κάποιοι άλλοι μισούν αυτό που κάνεις, οι περισσότεροι όμως δεν δίνουν δεκάρα.”
Πολύ απλό κι εύκολο ακούγεται, εγώ θα κάνω όμως μια μεταφορά – συσχετισμό με την απόσταξη και την ζωή που ζει ο καθένας από μας. Όπως έμαθα στο λύκειο, ζωή είναι μια αντιβαρυτική συμπεριφορά και η απόσταξη είναι η απομόνωση ενός υγρού συγκεκριμένου σημείου βρασμού από ένα μείγμα. Με την απόσταξη θέλουμε να απομονώσουμε κάτι το οποίο στο τέλος θα το φυλάξουμε και με τη ζωή μας επίσης θέλουμε να απομονώσουμε ένα κομμάτι, είτε αυτό λέγεται συμπεριφορά, είτε επάγγελμα, είτε διαπροσωπικές σχέσεις και να πορευθούμε ανάλογα. Έτσι λοιπόν ζούμε σε ένα κόσμο με επιρροές διαφόρων ειδών και το πνεύμα μας βρίσκεται σε μια συνεχή απόσταξη με σκοπό να επιλέξει. Κάθε στιγμή, για κάθε κίνηση ή απόφαση, είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέξουμε, ακόμα και ασυνείδητα, και αυτό κάνουμε. Μέσα στο μυαλό υπάρχουν όλες οι συμπεριφορές, όλες οι επιρροές από τους γύρω μας, όλα τα επαγγέλματα κι εμείς καλούμαστε να βρούμε το σημείο βρασμού που αντιστοιχεί στην επιλογή μας και μέσω της απόσταξης να πιάσουμε ένα στόχο.
Κάθε μια αλλαγή που συμβαίνει στη ζωή μας δημιουργεί καινούρια σημεία βρασμού τα οποία πρέπει εκ νέου να ανακαλύψουμε για να μην ξεμείνουμε από προϊόν και τότε δημιουργείται το λεγόμενο άγχος, η στενοχώρια, ο πανικός τα νεύρα, κυρίως κακά συναισθήματα. Εκεί καλούμαστε να δώσουμε λύσεις, εκεί καλούμαστε να δημιουργήσουμε συνήθειες, εκεί έχουμε την υποχρέωση να προσπαθήσουμε να ολοκληρώσουμε την απόσταξη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Αν φουντώσουμε το καζάνι και η θερμοκρασία είναι πολύ υψηλότερη απ' την απαιτητή, τότε το τελικό προϊόν έχει μέσα κι άλλες ουσίες συνήθως κακές. Αν δεν ανάψουμε φωτιά, δε θα γίνει τίποτα. Μόνο στην ιδανική θερμοκρασία θα δούμε αποτέλεσμα.
Σκεφτείτε λοιπόν στη πραγματικότητα τι συμβαίνει. Ένας άνθρωπος με “x” δυνατές επιλογές κάθε μια απ' τις οποίες κρύβει “y” προϋποθέσεις και άλλους “ν” ανθρώπους με “x” δυνατές επιλογές και “y” προϋποθέσεις για την κάθε μία, πόσο πιθανό είναι να ακολουθήσουν παράλληλα τον ίδιο αριθμό αποστάξεων στην ίδια θερμοκρασία με σκοπό να πάρουν ένα κοινό αποτέλεσμα; Πόσο άγχος, πόση στενοχώρια και πόσα νεύρα θα μεσολαβήσουν, πόσο δύσκολο είναι το έργο τους;
Για να μη μακρηγορώ. Αυτοί οι άνθρωποι, πρέπει να φέρουν αποτέλεσμα, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είναι καλά, πρέπει να κολυμπούν στα κύματα που έφτιαξαν, πρέπει να κάνουν μια απόσταξη όχι “ν”. Το θέμα είναι κοινωνικό, για να περνάμε καλά όλοι, πρέπει να προσπαθούμε όλοι. Ο ρυθμός μας αλλάζει και όχι ο στόχος, η συνήθειες αλλάζουν και όχι οι απαιτήσεις, τα βλέμματα που ανταλλάζουμε αλλάζουν και όχι η σκέψη, οι καταστάσεις αλλάζουν και όχι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται για να επιτύχουν, δεν αλλάζουν. Το ενδιαφέρον που δείχνουν είναι και αυτό που απαιτούν. Όσο πιο πολλοί οι ενδιαφερόμενοι, τόσο πιο πολλά τα ενδιαφέροντα.
Το επιτυχημένο απόσταγμα, όσες αποστάξεις και να χρειάζεται, γίνεται στο ίδιο καζάνι. Το Blend αποσταγμάτων όμως θέλει master blender, αναλογίες, και ωρίμανση.
Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
✓ Live Streaming✓ Interactive Chat✓ Private Shows✓ HD Quality✓ Free Actions
Free to watch • No registration required • HD streaming
Θέλω να μοιραστώ ένα απόσπασμα του Γερμανού φιλόσοφου Εμμάνουελ Κάντ από το βιβλίο του “Κριτική της κριτικής ικανότητας.” του 1790.
Λέει λοιπόν:
“Όταν επιθυμούμε ωστόσο να γνωρίζουμε αν ένα πράγμα είναι ωραίο ή όχι, δεν θέλουμε να γνωρίζουμε αν έχουμε, ή αν θα μπορούσαμε να έχουμε ενδιαφέρον για την ύπαρξή του, αλλά μόνο πως το κρίνουμε.[...] Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε καλύτερα αυτή τη θεμελιακή πρόταση παρά μόνο αντιπαραθέτοντας την καθαρή και ανιδιοτελή ικανοποίηση, μέσα σε μία καλαισθητική κρίση, μ' αυτήν που συνδέεται με ένα ορισμένο ενδιαφέρον. [...] Κάθε ενδιαφέρον προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ανάγκης, και ως προσδιοριστική αρχή της επιδοκιμασίας, δεν επιτρέπει στην κρίση μας για το αντικείμενο να είναι ελεύθερη και ανιδιοτελής· κανένα ενδιαφέρον ούτε των αισθήσεων ούτε του λόγου, δεν επιβάλλει την επιδοκιμασία.”
Πιο αναλυτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως μια κριτική μπορεί να στηριχθεί από μία κατάσταση μέσα σ'ένα πιο γενικό περιβάλλον. Για παράδειγμα ένας κριτικός εστιατορίων, έχοντας ξεκαθαρίσει στο μυαλό του αν κρίνει ένα ολόκληρο εστιατόριο ή απλά μερικά πιάτα, πρέπει να εστιάσει σε ανάλογους τομείς. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι σε θέση να κρίνει ένα τρόπο ψησίματος ή μια τεχνική. Το δυσκολότερο κομμάτι όμως της δουλειάς του είναι να μπορέσει να αφαιρέσει απ' το μυαλό του την προσωπική ικανοποίηση έτσι ώστε να είναι αντικειμενικός.
Ένα παράδειγμα και κλείνω. Εγώ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου τρώω το κρέας σχεδόν ωμό (rear) και ποτέ δεν βάζω λεμόνι. Σε περίπτωση που μου ζητηθεί να κρίνω ένα κρέας σχάρας στο οποίο δεν έχω επιλέξει το ψήσιμο και αυτό το κρέας σερβίρεται με λεμόνι, δεν σημαίνει πως θα κάνω κακή κριτική, εφόσον το αποτέλεσμα είναι αντιπροσωπευτικό σε αυτό που το εστιατόριο θέλει να προβάλλει. Αν δηλαδή ένας κατάλογος γράφει: “Κατσαρίδες σωτέ με σάλτσα λευκού κρασιού και λεμονόχορτο” δεν έχει σημασία αν εγώ τρώω κατσαρίδες, το θέμα είναι πόσο ισορροπημένο είναι το αποτέλεσμα και κατά πόσο θα μπορούσε αυτό το πιάτο να καλύψει μια ανάγκη την οποία το ίδιο δημιουργεί, άσχετα με το αν εμένα μου αρέσουν οι κατσαρίδες.
Η επιδοκιμασία είναι το αποτέλεσμα της δημιουργίας και ταυτόχρονα της κάλυψης μιας ανάγκης με ίδια μέσα και παράλληλα είναι η μόνη οδός για ένα επιτυχημένο προϊόν. Το επιτυχημένο εστιατόριο όμως είναι αυτό που θα καλύψει μεγαλύτερο εύρος αναγκών με τον καλύτερο και πιο αποδεκτό τρόπο.
Η ώρα είναι 2:20 το πρωί, παρατηρώ τον εαυτό μου να αποκτά και πάλι αντοχές τις οποίες το σώμα μου είχε ξεχάσει εντελώς. Πλέον βρίσκομαι κάθε βράδυ στο μπαρ του εστιατορίου του αριθμού 18 στην οδό Τσακάλωφ. Κάθε νύχτα είναι μια νέα εμπειρία που προσθέτει ένα λιθαράκι έτσι ώστε να έχω την αίσθηση πως δεν δουλεύω. Ναι ναι αυτό το κλισέ εννοώ, το “αγάπα αυτό που κάνεις κλπ”. Το πόσο τυχερός νιώθω όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί κλισέ.
Κάθε πρωί σηκώνομαι απ' το κρεβάτι με δυσκολία, το προβληματικό πόδι μου είναι σαν κούτσουρο που αναγκάζομαι να το σέρνω απ' άκρη σ'άκρη στο σπίτι και στο δρόμο. Έρχεται όμως εκείνη η ώρα κάθε απόγευμα, γύρω στις 8, που η σάλα είναι στρωμένη, έχω αλλάξει ρούχα και είμαι σε μια νιρβάνα περιμένοντας ακόμα ένα βράδυ να εξελιχθεί. Είναι η στιγμη που ορίζω ως κινητήριο δύναμη και ξαφνικά όλα περνάνε. Η αϋπνία εξαφανίζεται, περπατάω λίγο καλύτερα και το μυαλό καθαρίζει απ' ο,τι κι αν ήταν φορτωμένο.
Το νόημα όμως γι αυτές τις γραμμές;
Πάντα θεωρούσα κάθε γεγονός ως ακόμα μια φάση ευγνωμοσύνης. Έτσι και τώρα, είμαι χαρούμενος κι ευγνώμον που μπορώ να εξωτερικεύω τη δημιουργικότητά μου, που παιδεύομαι μέρα με τη μέρα και αποκτώ γνώμη κι άποψη για κάτι παραπάνω. Θεωρώ πολύ σημαντικό αυτό που μου συμβαίνει και ελπίζω για τη συνέχεια και τη κορύφωσή του. Εμπόδιο θεωρώ μόνο τον εαυτό μου, και σύμμαχό όλους όσους πίστεψαν σε 'μένα και στο ελάχιστο που μπορώ να βοηθήσω. Το ρίσκο είναι όλων μας και η επιτυχία προσωποποιημένη, πάνω και δίπλα στον κάθε ένα που επιθυμεί, που αντιλαμβάνεται και που αδημονεί. Θεωρώ το συγκεκριμένο χώρο και τη φιλοσοφία του, σφαλιάρα στο κλάδο της εστίασης. Ευελπιστώ να κερδίσουμε τη μάχη με το συνηθες και να γίνουμε παράδειγμα προς μίμηση για πολλούς έτσι ώστε να κάνουμε πάλι πρώτοι το επόμενο βήμα.
Βρήκα την ευκαιρία να γράψω, τη στιγμή που γύρω μου επικρατεί ένας πανικός από κόσμο που τρέχει να προλάβει τις δουλειές του.
Ένας σιδεράς, ένας μπογιατζής, μια αρχιτέκτων, οι βοηθοί τους και γενικά βαβούρα προετοιμασίας και άγχους. Άγχους κυρίως εικονικού γιατί στη πραγματικότητα, αν κλείσεις τα μάτια το μόνο που υπάρχει είναι ένας βόμβος και γαλήνη. Ένα αίσθημα σταθερής ροής και εξέλιξης μιας κατάστασης που απλά θα αποφέρει ένα αποτέλεσμα. Δεν έχει σημασία αν αυτό θα είναι ένα μπαρ, ένα εστιατόριο, ένας χώρος εστίασης, σημασία έχει για μένα το εγχείρημα, η διαδρομή, όλες αυτές οι παράξενες φυσιογνωμίες που βλέπω να πηγαινοέρχονται. Έχω κάτσει σε μια άκρη και παρακολουθώ. Δε μιλάω· κάποιος που τώρα τον ευχαριστώ, μου είχε πει κάποτε, “Bill εσύ δε θα μιλάς , θ' ακούς”. Τώρα καταλαβαίνω τι όμορφο αίσθημα που είναι αυτό και πόσο εκτιμάται απ' τους άλλους. Ενίοτε με ρωτούν κιόλας, τότε απαντάω, σύντομα και περιεκτικά. Αυτό.
Θέλω να πω δηλαδή πως η κινητήριος δύναμη της δημιουργίας, είναι τελικά η ικανότητα να μπορείς να εστιάσεις ουσιαστικά σ'αυτό που κάνεις. Τότε και μόνο τότε θα μπορέσεις να αντιληφθείς και να κατανοήσεις τι σημαίνει καλοπέραση και να στοιχειοθετήσεις ένα σενάριο για το modus vivendi που θα ακολουθήσεις, με σκοπό την εμπειρική υπεροχή.
Από παιδί θυμάμαι κάθε δεύτερο Σάββατο τη βόλτα μου στο κουρείο με έναν απ' τους δυο γονείς καθώς επίσης τον εαυτό μου να αδημονεί για τη σειρά προτεραιότητας.
Μου είχε καρφωθεί στο μυαλό ως μια φοβερή εμπειρία και δε μου άρεσε καθόλου να διαφέρει το κούρεμά μου απ' το προηγούμενο. Πάντα ζήταγα κάτι πολύ συγκεκριμένο, κάτι που είχα δει, από κάποιον που ήθελα να μοιάσω. Δικαιολογημένα, θεωρώ, διότι ήμουν έξι – εφτά χρονών.
Αργότερα, στην εφηβεία, οι ορμόνες με είχαν κάνει χαζοβιόλη και κάποια πράγματα τα έχω διαγράψει απ' τη μνήμη μου. (Πάλι καλά..) Πέρασαν τα χρόνια, πέρασαν κι οι κουρείς. Πέρασε και μια περίεργη φάση η ζωή μου που αδικαιολόγητα, είχα αφήσει την καλοπέραση μου κατά μέρος. Μέχρι που ανακάλυψα το Don Barber & Groom.
Δειλά δειλά περνώντας απ' έξω, μπήκα. Μια ενέργεια ευγένειας και πολυτέλειας ήταν το πρώτο πράγμα που με κέρδισε. Ρώτησα αν υπάρχει χρόνος, ήμουν τυχερός. Η πρώτη μου επαφή με το πιο σύγχρονο μπαρμπέρικο ήταν γεγονός. Με ανέλαβε ο Αινείας, με έβαλε να καθίσω σε μία καρέκλα που όμοιά της δεν είχα συναντήσει ποτέ, αναπαυτική το πλείστον. Η ευγένεια του και ο σεβασμός προς το πρόσωπό μου (χωρίς να με ξέρει), η διακριτικότητα του όπως και των υπολοίπων ήταν κάτι το εντυπωσιακό. Ξεκινώντας με λούσιμο, (ο λουτήρας έρχεται στη καρέκλα, δε χρειάζεται να σηκωθείς) αρώματα τέλεια απ' τα προϊόντα, κι έπειτα η ερώτηση “Πως θα τα κάνουμε;” Ζήτησα Razor fade (σβήσιμο που ξεκινάει με ξυράφι) θεωρώ πως αν μπορείς να “κρίνεις” κάπου ένα κουρέα είναι στο σβήσιμο, πόσο στρωτό ή απότομο και πόσο ίσια δένει σαν σύνολο στο υπόλοιπο κεφάλι. Έμεινα άναυδος. Πέρασα μαζί με την περιποίηση για το μούσι, περίπου μια ώρα και κάτι. Κάθε λεπτομέρεια πριν τη ζητήσω (σαν περίεργος που είμαι) είχε δρομολογηθεί. Χρησιμοποίησε συνολικά πέντε ή έξι προϊόντα. Τα αρώματα εναλλάσσονταν και έφτασα σε σημείο να μη θέλω να σηκωθώ. Είχα λιώσει πάνω σε κείνη τη καρέκλα.
Εκείνη τη μέρα, ενδόμυχα δημιουργήθηκε για μένα μια ανάγκη. Η ανάγκη να σε περιποιούνται και να σε φροντίζουν, η ανάγκη να μπεις μέσα στο Don και μόλις κλείσει η πόρτα να χαλαρώνεις και να πατάς παύση σε ο,τι σε πιέζει ή σε ενοχλεί. Από εκείνη τη μέρα πρόσθεσα στο πρόγραμμά μου μια συνήθεια. Δεν νομίζω να την αφαιρέσω ποτέ κι ο λόγος είναι πως σέβομαι αρκετά τον εαυτό μου για να το κάνω. Όλα μου τα θέλω, απ’ όταν ήμουν παιδί, έγιναν πραγματικότητα. (Καιρός ήταν..)
Το Don είναι μια φιλοσοφία την οποία υιοθετείς εμπειρικά. Η κάθε επίσκεψη εκεί σου ανεβάζει το επίπεδο. Και στην τελική ένας άντρας που προσέχει την εμφάνιση του, αναγωγικά αξίζει να την προσέχει κι ακόμα πιο συγκεκριμένα αξίζει το καλύτερο.
Ακολουθεί μια σύντομη αναφορά, επιβλητικού χαρακτήρα, στην περίοδο που τούτη η χώρα παρήγαγε πραγματική μουσική.
Ήταν ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου, 1886 – 1944) και η απόφαση του αντί για τις ανώτατες σπουδές να γραφτεί στο conservatoire de paris.
Ήταν η Δανάη Στρατηγοπούλου (1913 - 2009) με το συγγραφικό, στιχουργικό, ερμηνευτικό της ταλέντο και τις παρέες της (Πάμπλο Νερούδα), η μούσα του Αττίκ, η κινούμενη πολιτιστική αποθήκη, η διδασκαλία και οι γραφές της οποίας ήταν συναγωγή, η παραμελημένη και αφαιμαγμένη από καλλιτέχνες της εποχής με καλύτερες δημόσιες σχέσεις όπως ο Γιάννης Φερμάνογλου και το “τι είναι αυτό που το λένε αγάπη”, η Δανάη που τραγούδαγε για τον εαυτό της κι όχι για την δραχμή.
Ήταν η Κάκια Μένδρη (1912 – 1994) γεννημένη στη Ρωσία (Οδησσός Κριμαίας), ακόμα μια μεγάλη ερμηνεύτρια η οποία αποσύρθηκε το 1950.
Ήταν ο Δημήτρης Μητρόπουλος (1896 – 1960) ο απόλυτος πιανίστας, ένας απ' τους μεγαλύτερους μαέστρους της ιστορίας, ο άνδρας που ήταν ικανός να διευθύνει τα πλέον δυσκολότερα έργα παίζοντας ταυτόχρονα πιάνο. Αυτός που το 1930 ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου είχε τρεις ιδιότητες, του μαέστρου, του σολίστ, και του συνθέτη. Αργότερα εκλέγεται διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης.
Ήταν η ζωηρή Κατίνα Κωνσταντοπούλου – Παξινού (1900 – 1973) βραβείο Όσκαρ και βραβείο Κοκτώ, ηθοποιός μεν σοπράνο δε.
Ήταν ο Χρήστος Χαιρόπουλος, ο Κώστας Γιαννίδης (“Ξύπνα αγάπη μου”) και αρκετοί ακόμα, που προσπάθησαν και κατάφεραν να απομονώσουν το ρεμπέτικο και να γράψουν μουσική η οποία θα κατάφερνε να σταθεί στο διεθνές δυτικό ρεπερτόριο, στα καμπαρέ, στο βουβό κινηματογράφο και στο wellbeing της εποχής.
Ήταν αυτοί που είχαν σκοπό της ζωής τους την καλοπέραση και τον έρωτα, κι όχι τη μιζέρια της μεσοπολεμικής περιόδου, τα ναρκωτικά, και το τεκετζήδικο lifestyle. Αυτοί που γύρισαν τη πλάτη στην “επταετία” με σκοπό να μην χαθεί το πνεύμα και η ως τότε λαογραφική παράδοση. Τους έλεγαν ελαφρούς και ρομαντικούς, μα τα γραμμόφωνα επιτέλους κελάηδισαν και δεν αναστέναζαν.
Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
✓ Live Streaming✓ Interactive Chat✓ Private Shows✓ HD Quality✓ Free Actions
Free to watch • No registration required • HD streaming
Είναι μια τετάρτη βράδυ, έχεις φρικάρει σπίτι και έχεις πραγματική ανάγκη να βγεις έξω, όλοι κοιμούνται ή δεν κουνιούνται απ' την οικιακή θαλπωρή και γαλήνη. Έχω μια λύση για σένα η οποία θα λειτουργήσει μακροπρόθεσμα σαν σανίδα σωτηρίας σε αρκετούς τομείς και θα βοηθήσει στην καλοπέραση σου όποτε κι αν θελήσεις ένα ποτό ή μια χαλαρή έξοδο. Άκου λοιπόν με προσοχή. Θα δημιουργήσεις ένα στέκι.
Απευθύνομαι κυρίως στους άντρες που έχουν ήδη καλλιεργήσει μέσα στο μυαλό τους την ανάγκη να αγοράσουν ποτά και να τα πιουν χωρίς να νοιάζονται αν είναι στο πιο γκλάμουρ στέκι της αττικής. Κάθε άντρας λοιπόν, που σέβεται τον εαυτό του είναι υποχρεωμένος να έχει ένα μέρος κοντά στο σπίτι του το οποίο θα τον κάνει να νιώθει άνετα και θα μπορεί να το επισκέπτεται και μόνος του. Ναι. Μόνος του. Με κλειστό τηλέφωνο, με νεύρα, με φόρμα, με βαρεμάρα, μεθυσμένος, αγχωμένος κλπ κι αυτό το μέρος θα επιδρά πάντα θετικά. Αυτή η σχέση όμως υπάρχει ένας τρόπος να δημιουργηθεί. Έχει κάποιες λεπτές γραμμές που δεν πρέπει να τις περάσει.
Έχουμε και λέμε: θα είσαι ευγενικός χωρίς τουπέ και προσγειωμένος σ'αυτό που πήγες να κάνεις. Θα κοιτάς το ποτό σου και το μπαρ κι όχι την κάθε μια που θα είναι γύρω σου. Δεν θα κάνεις καμάκι. Θα αφήνεις φιλοδώρημα. Καλό φιλοδώρημα, όχι 2 ευρώ. Δεν θα το παίζεις γνώστης. Δεν θα ζητάς κουλά πράγματα (πχ μαργαρίτα κάστανο).
Ξέρω πολύ καλά πως στην αρχή θα νιώθεις αμήχανα, θα νομίζεις πως όλοι σε κοιτούν, και πως θεωρούν τη παρουσία σου ανόητη και παρανοϊκή. Θα σου πω ένα μυστικό. Δεν περιστρέφεται η γη γύρω από 'σένα.
Σιγά σιγά θα δεις πως αν είσαι διακριτικός και ευγενικός, οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί θα αρχίσουν να εκτιμούν την παρουσία σου και το οτι τους επιλέγεις επειδή νιώθεις καλά. Θα αρχίσουν να σου χαμογελάνε, να χαίρονται που σε βλέπουν, να θυμούνται τι πίνεις, θα σε κεράσουν και τώρα θα σου πω και το καλύτερο απ'όλα.
Μόλις δημιούργησες το πλέον ιδανικό μέρος για πρώτο ραντεβού. Πας, αυτή που γνώρισες κάπου αλλού, σε ένα μέρος που σε ξέρουν όλοι, που τους ξέρεις κι εσύ, που σε θεωρούν ευγενικό και γενναιόδωρο άρα αυτομάτως δίνεις αξία και σε εκείνη, της φέρονται άψογα, είναι διακριτικοί. Έχεις κερδίσει το 70% . Ακόμα κι αν δεν κάνεις τίποτα στο τέλος, μόνο το ότι θα πας μια φορά καλοντυμένος και συνοδευόμενος θα δημιουργήσει επιπλέον κύρος και στο στέκι σου.
Άρα καταλήγω στο ότι ένα local bar είναι μια επένδυση στο lifestyle ενός άντρα. Η απόδοση της είναι η χαλάρωση και η καλοπέραση. Βασικό tip είναι να μην πηγαίνεις κάθε μέρα και πρώτη φορά να πας μόνος σου. Αν ξεκινήσεις απόψε, σε ένα τρίμηνο δε θα το πιστεύεις.