——— Κεντρική ομιλία της εκδήλωσης στο ΕΚΠΑ για την «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, Φεβρουάριος 2025» από την καθηγήτρια του τμήματος φιλολογίας Αμαλία Μόζερ, με τίτλο «Η Ελληνική [γλώσσα], η Ελλάδα και οι Έλληνες» // https://www.youtube.com/live/va84F_inhX4?si=AKseVK_KFQNtZESx&t=3005 // Κατέβασα μόνο τον ήχο από το γιουτιούμπ. Απομόνωσα το κομμάτι που με ενδιέφερε με τη βοήθεια του audacity. Πέρασα το εν λόγω κομμάτι από app που μετατρέπει τον λόγο σε γραπτό κείμενο. Έκανα στοιχειώδες editing στο κείμενο που προέκυψε και ιδού // εικόνα από το chatGPT, με τη βοήθεια φωτογραφίας. Του είπα (του chatGPT) να χρησιμοποιήσει τεχνοτροπία Gustave Courbet. Ζήτησα από το μηχάνημα να φτιάξει φόντο χρησιμοποιώντας το μπλε του ουρανού στο έργο του Courbet «Lutteurs» (=οι παλαιστές) Ελπίζω το πορτραίτο να μοιάζει στην ομιλήτρια // χωρισμός σε παραγράφους δικός μου // μπορεί να έχω κάνει λάθη στην «απομαγνητοφώνηση» // ενδέχεται η ομιλία να έχει δημοσιευτεί, οπότε άδικα ο κόπος.
[…]
Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τη γλώσσα μας, είμαστε περήφανοι για την ιστορία της και ανήσυχοι για το μέλλον της. Στην ομιλία αυτή θα προσπαθήσουμε να δούμε και τις δύο αυτές πλευρές της σχέσης των Ελλήνων με τη γλώσσα τους, στο πλαίσιο της σχέσης τους με την Ελλάδα και γενικότερα με την ελληνικότητα. Για να την ερμηνεύσουμε θα κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της γλώσσας και τη θέση της στην ελληνική ιστορία αλλά και στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό θα μας οδηγήσει και στις σχέσεις της με τους μη Έλληνες και τη θέση της στο διεθνές περιβάλλον. Αφού δούμε αν και γιατί πρέπει ή δεν πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία της γλώσσας μας, θα δούμε αν και γιατί πρέπει ή δεν πρέπει να ανησυχούμε για το μέλλον της.
Η ιστορία της ελληνικής γλώσσας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μακρά και εντυπωσιακή. Είναι τόσο μακρά που πολλοί πιστεύουν ότι είναι η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου. Αυτό δεν ισχύει, αλλά δεν μειώνει και καθόλου τη σημασία της. Είναι αλήθεια ότι είναι ελάχιστες οι γλώσσες για τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία από τόσο παλιά και συγκεκριμένα από τα μέσα της δεύτερης χιλιετίας πΧ —από το 1600 περίπου.
Αλλά υπάρχουν γραπτά μνημεία παλαιότερα. Σώζονται αιγυπτιακά κείμενα από το τέλος της τέταρτης χιλιετίας, πριν από το 3000. Στη Μεσσοποταμία έχουμε σουμεριακά κείμενα από την αρχή της τρίτης χιλιετίας, γύρω στο 2900. Ακόμα και μέσα στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια υπάρχουν παλιότερα γραπτά μνημεία της «χετιτικής» και της «[ ; ]» δύο γλωσσών της Ανατολίας. Η ελληνική όμως είναι η μόνη από αυτές τις γλώσσες που εξακολουθεί να μιλιέται ακόμη. Γι' αυτό μπορούμε, αν θέλουμε, να είμαστε υπερήφανοι. Πρέπει βέβαια να έχουμε κατά νου ότι η ηλικία των γλωσσών δεν συμπίπτει με τη γραπτή ιστορία τους και φυσικά μας είναι εντελώς άγνωστη. Το πιθανότερο είναι ότι όλες οι πρωτογλώσσες όλων των οικογενειών είναι περίπου συνομήλικες. Επίσης, σε πολλές περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, υπάρχουν παλαιότερα γραπτά μνημεία από αυτά που ανέφεραν, σε γραφές που δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί.
Η ιστορία της ελληνικής κέρδισε σχεδόν χίλια χρόνια, μόλις το 1953, όταν αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάντουικ η γραμμική γραφή Β. Η γραμμική Α, παραδείγματος χάριν, είναι ακόμη αναποκρυπτογράφητη και έτσι είναι άγνωστο αν είναι ελληνική ή κάποια άλλη άγνωστη σε μας γλώσσα που μιλιόταν στην Κρήτη πριν από την ελληνική. Η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β' απέδειξε ότι οι Μυκηναίοι, των οποίων η ύπαρξη είχε αποδειχτεί από τις ανασκαφικές ανακαλύψεις του Σλίμαν, που κινήθηκε με βάση τα κείμενα του Ομήρου, οι Μυκηναίοι λοιπόν ήταν Έλληνες και ότι οι αφηγήσεις των αρχαίων ιστορικών για την κάθοδο των Δωριέων ήταν και αυτές βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα. Γιατί η γλώσσα μάς δίνει πληροφορίες και για τη γενικότερη ιστορική περίοδο όπως θα δούμε και στα επόμενα.
Μαζί με τον Μυκηναϊκό πολιτισμό χάθηκε και η γραφή του, που ήταν συλλαβική: Κάθε σύμβολό της δηλαδή αντιπροσώπευε μια συλλαβή. Περίπου δύο αιώνες αργότερα όμως, ίσως και νωρίτερα, αλλά τα αρχαιολογικά μας ευρήματα τοποθετούνται στα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα, εμφανίζεται το πρώτο πραγματικό αλφάβητο της ιστορίας. Δεν το δημιουργήσαν από το μηδέν οι Έλληνες. Υιοθέτησαν τη φοινικική γραφή που συνήθως αναφέρεται ως «αλφάβητο» επειδή κάθε σύμβολό της αντιπροσωπεύει ένα φώνημα, δηλαδή έναν φθόγγο της γλώσσας. Αλλά η φοινικική γραφή αντιπροσωπεύει μόνο σύμφωνα. Και έτσι στην πράξη ένα ή δύο σύμβολα αντιπροσωπεύουν μια ολόκληρη συλλαβή. Οι Έλληνες πρόσθεσαν τα φωνήεντα και έτσι δημιούργησαν το πρώτο σύστημα γραφής στο οποίο αποτυπώνονται ρητά όλα τα φωνήματα της γλώσσας με αντιστοιχία, αρχικά τουλάχιστον, ένα προς ένα. Ήταν μια εξαιρετικά σημαντική καινοτομία και το ελληνικό αλφάβητο αποτέλεσε το πρότυπο και την πηγή για τα ινδοευρωπαϊκά αλφάβητα που ακολούθησαν: το [ ; ], το λατινικό και αρκετά αργότερα το κυριλλικό.
Την περίοδο που ακολουθεί, ανθεί στον ελληνόφωνο χώρο ή ποίηση, επική και λυρική, και κάνει την εμφάνισή της άλλη μία, ίσως η σπουδαιότερη, καινοτομία των Ελλήνων: Η Φιλοσοφία —η ελεύθερη θεωρητική αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα για τον κόσμο και τον άνθρωπο και, μέσα σε αυτά, ερωτήματα και για την ίδια τη γλώσσα. Και φτάνουμε σιγά σιγά στον πέμπτο αιώνα, τον χρυσό αιώνα των Αθηνών, με την οικονομία και τη δημοκρατία σε άνθηση και μαζί τους την απίστευτη αυτή έκρηξη των τεχνών, του Δράματος, της Φιλοσοφίας, της Ιστορίας, της Ρητορικής. Η ποιότητα σε συνδυασμό με την ποσότητα της πνευματικής παραγωγής σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα είναι απίστευτη. Ενίοτε ακούγεται ότι δεν είναι και ιδιαίτερα σπουδαίο γιατί οι Αθηναίοι ήταν πλούσιοι και είχαν δούλους. Να επισημάνω όμως ότι όλοι οι πολιτισμοί εκείνης της εποχής είχαν δούλους και όλοι είχαν πάμπλουτες ελίτ, αλλά δεν είδαμε να παράγουν συγκρίσιμο έργο και μάλιστα τέτοιας ποιότητας ώστε να παραμένει ζωντανό και να επηρεάζει μέχρι τώρα την καλλιτεχνική και πνευματική παραγωγή της ανθρωπότητας. Ήδη από την αρχαιότητα είχε αναγνωριστεί η σημασία του. Το αποτέλεσμα ήταν αφενός ότι εξασφαλίστηκε η διατήρησή του, αφετέρου όμως, δύο μόλις αιώνες αργότερα, σε μια εποχή στην οποία ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα είχαν διαδοθεί ως τα πέρατα του κόσμου, του τότε γνωστού κόσμου, με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξαιτίας τους αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια για την ελληνική γλώσσα.
Γιατί τι έγινε; Κάτι που έχει συμβεί και σε άλλες γλωσσικές κοινότητες μετά από εποχές μεγάλης πνευματικής άνθησης. Ο θαυμασμός για τα έργα μετατράπηκε σε θαυμασμό για το μέσο που χρησιμοποίησαν. Δηλαδή για τη γλώσσα. Όπως είπα, δεν πρόκειται για κάτι ασυνήθιστο. Και τώρα ακόμη ακούμε ότι αν ένας συγγραφέας δεν έγραφε στην τάδε γλώσσα, ποτέ δεν θα είχε γράψει τέτοια αριστουργήματα. Αυτό φυσικά δεν ισχύει. Κάθε γλώσσα έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί, ώστε να μπορέσει να εκφράσει οτιδήποτε χρειάζεται η κοινότητα των ομιλητών της. Το ότι η ελληνική γλώσσα εξελίχθηκε με θαυμαστό τρόπο, οφείλεται στο ότι ένας Ευριπίδης, ένας Δημοσθένης, ένας Θουκιδίδης, ένας Αριστοτέλης, ένας Πλάτων, και πολλοί άλλοι, θέλησαν να κάνουν λεπτές διακρίσεις για να εκφράσουν πολύπλοκες σκέψεις και συναισθήματα. Εκείνοι σμίλεψαν τη γλώσσα για να μπορέσει να τα εκφράσει όλα αυτά, το ίδιο θα έκαναν αν μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Είμαστε λοιπόν τυχεροί και περήφανοι που η γλώσσα αυτή ήταν τα ελληνικά.
Στην ελληνιστική εποχή όμως οι περισσότεροι λόγιοι δεν μπορούσαν να το δουν αυτό. Αγωνιούσαν για τις αλλαγές που έβλεπαν να υφίσταται η γλώσσα και η αλήθεια είναι ότι οι αλλαγές αυτές ήταν ραγδαίες. Όλες οι γλώσσες αλλάζουν και αλλάζουν αδιάκοπα, είναι καθολικό χαρακτηριστικό των γλωσσών. Όπως ξέρουμε όμως από τη μελέτη ανάλογων καταστάσεων στη σύγχρονη εποχή, η χρήση μιας γλώσσας ως «κοινής», η εξάπλωσή της δηλαδή και η χρήση της από τεράστιο αριθμό ανθρώπων, που δεν είναι φυσικοί ομιλητές, επιταχύνει τις αλλαγές που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και μπορεί να προσθέσει κι άλλες. Έτσι δημιουργείται το παράδοξο όσο πιο ισχυρή γίνεται μια γλώσσα, τόσο να φαίνεται πιο ασταθής. Με την έννοια ότι αρχίζει να αλλάζει πολύ γρήγορα και πολύ αισθητά —ενώ συνήθως οι ομιλητές δεν αντιλαμβάνονται τις αλλαγές, γιατί είναι σταδιακές και μακροχρόνιες (με εξαίρεση τις αλλαγές στο λεξιλόγιο). Ως ανάλογο αποτέλεσμα στη σύγχρονη εποχή, σημειώνω ότι δεν παραπονούνται μόνο οι ομιλητές άλλων γλωσσών για την εισβολή της αγγλικής στις γλώσσες τους, αλλά και οι φυσικοί ομιλητές της αγγλικής για την καταστροφή που υφίσταται λόγω της χρήσης της από ξένους, οι οποίοι επηρεάζουν και τους φυσικούς ομιλητές.
Κάτι τέτοιο συνέβαινε και στην ελληνιστική εποχή, κατά την οποία η ελληνική και συγκεκριμένα η αττική διάλεκτος, ως κοινή, είχε μια διάδοση ανάλογη, τηρουμένων των αναλογιών, με της αγγλικής στη σύγχρονη εποχή. Και στα ελληνικά οι αλλαγές έγιναν ιδιαίτερα αισθητές τότε, γιατί αφορούσαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τη φωνολογία, δηλαδή την προφορά. Στο τέλος των τρισήμιση αυτών αιώνων η προφορά έχει αλλάξει δραματικά. Ενδεικτικά σας λέω ότι τα φωνήεντα από 12 που ήταν στην κλασική εποχή, είχαν γίνει 6, τα 5 δικά μας και το «υ», που χάθηκε αργότερα. Και είχε χαθεί η διάκριση μακρών και βραχέων και ο μουσικός τόνος, δηλαδή το ανεβοκατέβασμα στη φωνή. Ήταν λοιπόν ο ήχος της πια τελείως διαφορετικός.
Σας είπα ότι είχε αλλάξει «δραματικά» χρησιμοποιώντας τη λέξη με τη σημασία του έντονου, του εντυπωσιακού. Αλλά για πολλούς λόγιους της εποχής ήταν «δραματικές» με την έννοια, που πήρε αργότερα η λέξη, του «τραγικού». Αυτό ήταν ο λόγος για τον οποίο εμφανίστηκαν οι γραμματικές. Γραμμένες από το Διονύσιο τον Θράκα, τον Απολλώνιο τον Δύσκολο και άλλους, οι οποίοι ήθελαν ακριβώς να δώσουν οδηγίες για τη σωστή χρήση της γλώσσας και μεταξύ άλλων εισήγαγαν τους τόνους και τα πνεύματα ως οδηγίες για την προφορά. Ήταν επίσης ο λόγος για το κίνημα του Αττικισμού —αυτές οι ανησυχίες για τις δραματικές αλλαγές. Της προσπάθειας δηλαδή να χρησιμοποιείται η γλώσσα με τη μορφή της κλασικής αττικής διαλέκτου. Οι αντίθετοι, οι υποστηρικτές δηλαδή της χρήσης της σύγχρονης καθομιλούμενης γλώσσας στα γραπτά κείμενα, ήταν πολύ λιγότεροι και πολύ λίγα τέτοια κείμενα έχουν διασωθεί, γιατί σπάνια οι αντιγραφείς τα θεωρούσαν άξια λόγου. Εξαίρεση αποτελεί η Καινή Διαθήκη η οποία, με την εξαίρεση πάλι του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, γράφτηκε εξ ολοκλήρου στην ελληνική και σε μορφή πολύ κοντά στην ομιλούμενη, ακριβώς επειδή σκοπός ήταν να διαδώσει το λόγο του Χριστού σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Η διαμάχη σχετικά με τον Αττικισμό, όπως ξέρουμε, […], συνεχίστηκε σε όλη την ιστορία του ελληνισμού, για να καταλήξει τον 19ο αιώνα στο γλωσσικό ζήτημα.
Στη Βυζαντινή περίοδο έχουμε αξιολογότατα κείμενα, θρησκευτικής ιδίως ποίησης, στο πνεύμα της εποχής, αλλά και ιστοριογραφίας και άλλων ειδών κειμένων, γραμμένων σε λιγότερο ή περισσότερο αττικίζοντα λόγο. Η γλώσσα εντωμεταξύ συνεχίζει φυσικά να μιλιέται αδιάλειπτα και να εξελίσσεται με φυσικό τρόπο, λίγα δείγματα του οποίου έχουμε μέχρι τα τέλη του ενδέκατου αρχές του δωδέκατου αιώνα, οπότε εμφανίζονται σε γραπτή μορφή τα πρώτα δείγματα δημοτικής ποιήσης με τα κρητικά τραγούδια και το έπος του Διγενή Ακρίτα. Στη Δύση την ίδια περίοδο, η επίσημη και μόνη αναγνωρισμένη γλώσσα είναι η λατινική. Η ελληνική είναι λίγο γνωστή και τα κλασικά έργα προσβάσιμα κυρίως μέσω της λατινικής. Αυτά μέχρι το τέλος του μεσαίωνα. Η άλωση το 1453 βάζει με πολλούς τρόπους φρένο στη λόγια πνευματική παραγωγή στον ελληνόφωνο χώρο, μεταξύ άλλων και επειδή προκαλεί τη φυγή στη δύση πολλών λογίων που φέρνουν μαζί τους την ελληνική γραμματεία και ως παιδεία και παράδοση και ως χειρόγραφα, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή μάλιστα, λίγο μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας από το Γουτεμβέργιο και λίγο πριν από την έναρξη των Ανακαλύψεων. Ανάμεσα δηλαδή σε δύο γεγονότα που έφεραν την Αναγέννηση και λίγο αργότερα τον Διαφωτισμό και τη Νεοτερικότητα. Η ελληνική γλώσσα και η γραμματεία έπαιξαν έτσι έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάδυση της νεότερης εποχής, την οποία διανύουμε μέχρι τώρα.
Οι ίδιες οι ανακαλύψεις και η άνθηση των επιστημών έφεραν την ανάγκη δημιουργίας νέων λέξεων, νέας ορολογίας για να ονομαστούν όλα τα νέα πράγματα που ανακαλύφθηκαν και εφευρέθηκαν. Εκεί η ελληνική γλώσσα αναδείχτηκε εντυπωσιακά. Παρά την καθιέρωση, μετά την Αναγέννηση, των νεότερων γλωσσών, απογόνων κυρίως της λατινικής και της γερμανικής, για τη δημιουργία των νέων όρων οι λόγιοι στράφηκαν στις κλασικές γλώσσες, στη λατινική και κυρίως στην ελληνική.
Ο βασικός λόγος ήταν το κύρος και η αίγλη της ελληνικής. Ένας δευτερεύων ο τρόπος παραγωγής των λέξεων: Η ελληνική χρησιμοποιεί πάρα πολλά προθήματα και επιθήματα, στοιχεία δηλαδή που μπαίνουν στην αρχή και στο τέλος της λέξης, δίπλα στη ρίζα. Και έτσι προθήματα όπως τα ανα–, κατα–, περι–, αμφι–, δια–, αντι– ή και επιθήματα όπως τα –ισμός, –ικός, –της και –τήριο κάνουν εύκολη την κατανόηση της σημασίας των νέων λέξεων, αν ξέρει φυσικά κανείς τη σημασία της ρίζας. Είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά ήξεραν τους κανόνες παραγωγής όλοι αυτοί οι επιστήμονες, οι οποίοι βέβαια είχαν κλασική παιδεία από το σχολείο τους. Οι όροι αυτοί θα μπορούσαν να έχουν δημιουργηθεί από Έλληνες. Ενδεικτικά αναφέρω, βιολογία, οικολογία, υμενόπτερο, στρεπτόκοκκος, μεσοζωικός, γεροντολόγος, μαγνητόφωνο, μεταβολισμός, περιοδοντολογία. Ακόμα και τα υβρίδια, συνδυασμοί με λατινικές, κυρίως, και άλλες ρίζες, μεταγενέστερα, τα περισσότερα, ακολουθούν τους ίδιους κανόνες […], σοσιαλισμός, φουτουριστής, αντικομφορμίστρια, φονταμενταλιστικός.
Αυτή η υπερπαραγωγή όρων με ελληνικές ρίζες έκανε πολύ ευκολότερη τη ζωή των επιστημόνων της Ελλάδας, και όλων των υπολοίπων, στην επόμενη ιστορική περίοδο, δηλαδή μετά την Επανάσταση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η επιστημονική γλώσσα απλώς υιοθέτησε όλους αυτούς τους ορθώς πεπλασμένους όρους που είχαν κατασκευάσει οι ξένοι επιστήμονες. Το τονίζω αυτό: Δεν πήραν οι ξένοι τις λέξεις μας έτοιμες, χρησιμοποιήσαν ρίζες, προθήματα και επιθήματα και τις έφτιαξαν εκείνοι. Δεν υπάρχει λόγος να το αρνούμαστε. Και μόνο το ότι χρησιμοποιήσαν αυτά τα στοιχεία από την ελληνική, αντί για τις δικές τους γλώσσες, δείχνει το κύρος της και, για να μην ξεχνάμε και το θέμα αυτής της ημέρας που γιορτάζουμε σήμερα, της χαρίζει μια εντυπωσιακή και μόνιμη διεθνή παρουσία.
Να προσθέσω εδώ ότι η ελληνική γλώσσα έπαιξε έναν ιδιαίτερο ρόλο στη γένεση της γλωσσολογίας, […] η οποία τοποθετείται στις αρχές του 19ου αιώνα. Γιατί; Γιατί η γλωσσολογία ξεκίνησε όταν ένας Άγγλος δικαστής, τοποθετημένος στην Ινδία, δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο έδειχνε ότι η σανσκριτική είχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τις κλασικές γλώσσες, λατινική και ελληνική, οι οποίες δεν μπορούσαν να εξηγηθούν από την επαφή των γλωσσών, γιατί απλούστατα δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή με τις γλώσσες αυτές. Η απίστευτη ερευνητική δραστηριότητα που ξεκίνησε και που κατέληξε στη θεωρία και στην επισήμανση των οικογενειών γλωσσών, βασίστηκε έντονα στη μελέτη της ελληνικής σε σύγκριση με τις άλλες δύο γλώσσες και αργότερα και άλλες. Εδώ να συμπληρώσω ότι ακόμα και τώρα όχι μόνο η αρχαία αλλά και η νέα ελληνική έχει στη βιβλιογραφία παρουσία με συχνότητα ασύμμετρα μεγάλη σε σχέση με το περιορισμένο πλήθος φυσικών ομιλητών και […] συμμετέχει έτσι στην πρόθεση, στη δημιουργία νέων θεωριών για τη γλώσσα.
Μίλησα πριν, ανέφερα την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Τη στιγμή που έγινε αυτό, η συζήτηση, κυρίως η αντιπαράθεση, που ξεκίνησε 20 αιώνες νωρίτερα με το κίνημα του αττικισμού, παίρνει άλλες διαστάσεις […]. Γίνεται «ζήτημα», το γλωσσικό ζήτημα. Πρόβλημα και μάλιστα ακανθώδες, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Γιατί; Γιατί η δημιουργία του κράτους εγείρει το θέμα της καθιέρωσης μιας εθνικής πρότυπης γλώσσας. Δεν υπήρχε θέμα ότι η γλώσσα αυτή θα ήταν η ελληνική. Αλλά σε ποια μορφή; Σε μια από τις πολλές διαλέκτους που είχαν δημιουργηθεί στην αρχαία της μορφή; Και γιατί έπρεπε να επωμιστεί αυτό το ερώτημα μια τέτοια ιδεολογική φόρτιση ώστε να καταλήξει σε ταραχές στους δρόμους της Αθήνας όταν η [Βασίλισσα] Όλγα, έναν αιώνα μετά, πρότεινε τη μετάφραση των Ευαγγελίων στην Καθομιλουμένη;
Εδώ κάνω μια παρένθεση για να μιλήσω για την ιδεολογική φόρτιση της γλώσσας: Δεν είναι ίδιον της ελληνικής μόνο κοινωνίας. Η γλώσσα είναι σημαντική για όλες τις γλωσσικές κοινότητες, γιατί αποτελεί σημαντικό μέρος της ταυτότητας των ανθρώπων σε πολλά επίπεδα. Καταρχήν είναι χαρακτηριστικό μόνο του ανθρώπου και όχι των ζώων. […] [Ως] προς την ταυτότητα είναι μέρος της εθνικής ταυτότητας, γιατί μιλά κανείς στη γλώσσα του κράτους, της εθνοτικής ταυτότητας, που ενδέχεται να είναι διαφορετική από την εθνική, δεδομένου ότι σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα κράτη υπάρχουν γλωσσικές μειονότητες, οι οποίες οφείλονται στη διαφορετική εθνοτική καταγωγή των ομιλητών τους. Τρίτον, της κοινωνικής ταυτότητας —ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε, μεταφέρει στους συνομιλητές μας πληροφορίες κοινωνικού περιεχομένου, που δεν είναι όλες οι ίδιες σε όλες τις κοινότητες, μπορεί να φανερώνει την κοινωνική τάξη, το μορφωτικό επίπεδο, τις πολιτικές ή άλλες ιδεολογικές πεποιθήσεις κλπ. Και τέλος είναι μέρος της ατομικής μας ταυτότητας, γιατί κάθε άνθρωπος έχει ατομικά χαρακτηριστικά στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τη γλώσσα.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ο μέσος άνθρωπος διαμορφώνει απόψεις για τη γλώσσα, αυτές που συχνά αναφέρονται ως ιδεολογήματα. Όπως είπα και νωρίτερα, η ιδεολογική φόρτιση είναι ακόμα ισχυρότερη για τους ομιλητές γλωσσών με μακρά γραπτή ιστορία —και ένδοξη. Οι πολίτες του νέου ελληνικού κράτους πληρούν αυτή την προϋπόθεση, αλλά είχαν και έναν παραπάνω λόγο να δίνουν τόση σημασία στη γλώσσα. Αυτό ήταν ακριβώς ο αγώνας τους για την ανεξαρτησία από την Οθωμανική αυτοκρατορία και την ίδρυση ενός εθνικού κράτους. Η ταυτότητα αυτού του κράτους βασιζόταν στην καταγωγή των Ελλήνων και στην πεποίθηση ότι ήταν οι συνεχιστές της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Και αυτό δεν ήταν ένα χαρακτηριστικό των λογίων. Σας θυμίζω ότι ο Μακρυγιάννης, ένας άνθρωπος αναλφάβητος, μέχρι που έμαθε να γράφει, ειδικά για να γράψει τα απομνημονεύματα του, διηγείται ότι όταν έπιασε κάτι παλικάρια του να διαπραγματεύονται την πώληση αρχαίων ευρημάτων σε ξένους τους φώναξε και τους είπε […] «αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας γι' αυτά πολεμήσαμε».
[Το χαρακτηριστικό ( ; )] του Ελληνισμού άλλωστε, που έπαιξε σημαντικό ρόλο και στην πολιτική υποστήριξη που δέχτηκαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από ξένα κράτη, ήταν βασισμένο στην ίδια ιδέα, της συνέχειας. Και πώς μπορούσε να υποστηριχθεί η συνέχεια; Με βιολογικά στοιχεία; Όχι, βέβαια, κυρίως βασιζόταν στην γλώσσα! Εδώ, λοιπόν, στη σημασία αυτής της συνέχειας για την εθνική μας ταυτότητα, βρίσκεται η εξήγηση της ειδικά μεγάλης αγωνίας που έχουμε για το μέλλον της γλώσσας μας.
Και έτσι περνάω στο δεύτερο σκέλος της ομιλίας. Τώρα που έχουμε αρκετή απόσταση από το γλωσσικό ζήτημα και μπορούμε να το δούμε με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, ανεξάρτητα από τις προσωπικές μας πεποιθήσεις, παρατηρούμε κάτι ενδιαφέρον, ότι στην αρχή τουλάχιστον τόσο οι καθαρευουσιάνοι όσο και οι δημοτικιστές αγωνιούσαν εξίσου για τη γλώσσα και για τη συνέχεια που αναφέραμε. Η διαφορά τους ήταν ότι οι καθαρευουσιάνοι πίστευαν ότι οι αλλαγές που είχαν οδηγήσει στη σύγχρονη τους Δημοτική ήταν δείγμα φθοράς της γλώσσας, ενώ οι δημοτικιστές πίστευαν ότι ήταν αποτέλεσμα φυσιολογικής αλλαγής και ότι, εν πάση περιπτώσει, ήταν πολύ σημαντικό η λειτουργία του κράτους, συμπεριλαμβανομένης —και αυτό ήταν πολύ κρίσιμο, […]— της παιδείας, έπρεπε να γίνονται στη μορφή της γλώσσας που μιλούσαν όλοι. Αυτό είναι, βέβαια, και η γλωσσολογική άποψη, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, όλες οι γλώσσες ανεξαιρέτως αλλάζουν μέσα στον χρόνο. Η τάση όμως των ομιλητών, όχι μόνο των Ελλήνων, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είναι η δυσπιστία προς τις αλλαγές. Και επειδή οι αλλαγές συνήθως είναι σταδιακές και ανεπαίσθητες, αυτά που προσέχουν και αυτά που φοβούνται είναι τα μόνα δύο πράγματα που είναι ορατά: Τα λάθη που διαδίδονται και καθιερώνονται και οι ξένες λέξεις.
Ξεκινάω από τα λάθη. Οι γλωσσολόγοι συχνά κατηγορούνται ότι λένε πως δεν υπάρχουν λάθη. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Φυσικά και υπάρχουν λάθη. Συχνά, ας πούμε, στον προφορικό λόγο αρχίζουμε με μια πρόταση, με μια σύνταξη, κάνουμε μια παρέκβαση και μετά τη συνεχίζουμε με διαφορετική σύνταξη, δηλαδή λάθος σύνταξη, επειδή έχουμε ξεχάσει πώς αρχίσαμε, όχι επειδή δεν ξέρουμε. Λάθη φυσικά κάνουν οι μη φυσικοί ομιλητές, που μαθαίνουν τη γλώσσα ως ξένη, αλλά και τα παιδιά όσο κατακτούν τη γλώσσα και τα ξεπερνούν καθώς τα διορθώνουμε ή, και αυτό είναι σημαντικό, καθώς καταλαβαίνουν τα ίδια ότι αποκλίνουν από την κοινή γλωσσική χρήση. Γιατί λάθος είναι ακριβώς αυτό που αποκλίνει από την αποδεκτή στη γλωσσική κοινότητα χρήση.
Θεωρούμε λοιπόν ότι όταν ένα λάθος σταματάει να είναι ατομικό ή περιορισμένο σε μια οικογένεια ή σε μια παρέα ή σε μια μικρή ομάδα και αρχίσει να διαδίδεται, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνει αποδεκτό. και να σταματήσει να είναι λάθος. Υπάρχουν αρκετά τέτοια λάθη που έχουν καθιερωθεί. Ενδεικτικά σας αναφέρω τα «μεθαύριο» και «εφέτος», που θα έπρεπε να είναι «μεταύριο» και «επέτος», γιατί ούτε το αύριο ούτε το έτος είναι δασυνόμενες λέξεις. Σκεφτείτε τα «επαύριον» και «επέτειος», που είναι σωστά φτιαγμένα. Είναι δυνατό να τα θεωρήσουμε λάθη τώρα πια και να αρχίσουμε να λέμε επέτος και μεταύριο; Όχι. Το ρήμα «αποκαθίσταμαι» μέχρι σχετικά πρόσφατα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε περιβάλλοντα του τύπου «το πρωί ο πυλώνας παρουσίασε βλάβη, αλλά στις 10 πμ αποκαταστάθηκε η λειτουργία του». Τώρα το ακούμε συνέχεια και σε προτάσεις όπως «η βλάβη του πυλώνα αποκαταστάθηκε στις 10 πμ». Παλιότερα ήταν λάθος. Τώρα όλα τα μείζονα λεξικά καταγράφουν και τις δύο χρήσεις. Η λέξη «ομογενοποιημένο» μίγμα, γάλα. Είναι στην πραγματικότητα λάθος κατασκευασμένη, υπό την επίδραση φυσικά του homogenized. Γιατί το μίγμα που ανακατεύουμε δεν γίνεται ομογενές —ομογενείς είναι οι Έλληνες της Αυστραλίας— αλλά ομοιογενές. Άρα θα πρέπει να είναι ομοιογενοποιημένο. Μπορούμε όμως να το αλλάξουμε τώρα; Πολύ αργά.
Μπορώ να προσθέσω πολλά άλλα. Νοικοκυρά, αντί οικοκυρά από την αιτιατική. Σπιτονοικοκυρά, ένας πλεονασμός γιατί ξεχάστηκε ότι το «νοικο» [εν+οίκο] προέρχεται από το «οίκος» που σημαίνει σπίτι. Άρα συμβαίνουν λάθη και διαδίδονται. Και σε μια γενιά από τώρα, όλα αυτά που θεωρούμε, όχι όλα, πολλά από αυτά που θεωρούμε λάθη τώρα θα έχουν καθιερωθεί, ειδικά όταν αφορούν στοιχεία που βρίσκονται στο περιθώριο του συστήματος. Γιατί τα περισσότερα λάθη που γίνονται και διαδίδονται δεν αφορούν μεμονωμένες λέξεις, όπως αυτές που σας ανέφερα μέχρι τώρα, αλλά αποτελούν ένδειξη αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Και οι αλλαγές ξεκινούν συνήθως από στοιχεία στο περιθώριο του συστήματος, που κλωτσάνε δηλαδή μέσα στο σύστημα. Έτσι ο «ασθενής» και ο «διεθνής» ιδίως ως ουσιαστικά, σπάνια εμφανίζονται στη σωστή ή αν θέλετε «σωστή» μορφή της γενικής τους, «του ασθενούς», «του διεθνούς». Αυτά όμως τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα αποτελούν εξαίρεση στο κλητικό σύστημα της ελληνικής.
Μην νομίζετε ότι σας μιλάω αφ υψηλού και ότι εγώ, ως γνήσια γλωσσολόγος, δεν ενοχλούμαι ποτέ από τέτοια λάθη. Αντίθετα, ανατριχιάζω όταν ακούω, π.χ., τον τύπο «να παράξω» αντί «να παραγάγω», σε βαθμό που έχω γράψει ποίημα γι αυτό το θέμα. Ή όταν ακούω «ο διδάσκοντας» αντί «ο διδάσκων». Ξέρω όμως —και επειδή είμαι γλωσσολόγος— ότι αυτό συμβαίνει επειδή είμαι 65 χρονών και οι τύποι αυτοί εμφανίστηκαν μετά το μέσο της ζωής μου. Αλλά είναι μέρος της φυσικής εξέλιξης της γλώσσας. Και ότι τους νεότερους δεν τους ενοχλεί «ο διδάσκοντας», όπως εμένα δεν με ενοχλεί «ο παράγοντας» —που είναι ακριβώς η ίδια περίπτωση, από «παράγων» έγινε «παράγοντας», αλλά έχει καθιερωθεί απόλυτα— απλώς επειδή εμφανίστηκε παλιότερα. Με ενοχλούν λοιπόν αισθητικά, αν θέλετε, τα λάθη, αλλά δεν με ανησυχούν για το μέλλον της γλώσσας.
Το δεύτερο πράγμα που προκαλεί αγωνία για το μέλλον της γλώσσας είναι, όπως είπα, η εισροή ξένων λέξεων —την εποχή μας, κυρίως από την Αγγλική. Την ίδια αγωνία έχουν και οι μελετητές άλλων γλωσσών που συζητούν ακόμα και την ψήφιση νόμων για να τις περιορίσουν. Αλλά αποτελούν πραγματικό κίνδυνο; Και πάλι, η γλωσσολόγος θα σας εκνευρίσει, λέγοντας ότι οι γλώσσες είναι φυσικό να δανείζονται. Μερικές φορές έτσι, χωρίς λόγο, για αλλαγή. Άλλες φορές, πολύ περισσότερες, επειδή οι ομιλητές τους χρειάζονται καινούργιες λέξεις για να ονομάσουν πράγματα που ανακαλύπτουν ή επινοούν. Στην εποχή μας π.χ. για τους υπολογιστές, τα τσιπάκια, τα ποντίκια, τον υπολογιστή. Παλιότερα για τα αυτοκίνητα, τα ποδήλατα κ.ο.κ. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν ή να πάρουν αυτούσια τη λέξη από την ξένη γλώσσα ή να τη μεταφράσουν, όπως έγινε με τον ουρανοξύστη από το skyscraper, με το σιδηρόδρομο, από το chemin de fer, ή με το διαδίκτυο από το ίντερνετ —μια πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη που παρευρίσκεται εδώ. Ή μπορούν να βρουν κατάλληλες λέξεις από τη δική τους γλώσσα, όπως έγινε π.χ. με τον «υπουργό» που αντικατέστησε τον «μινίστρο» τον προπερασμένο αιώνα.
Ναι, θα μου πείτε, αλλά τώρα παράγινε το κακό. Ε, λοιπόν, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει τόσο. Η γλώσσα μας πάντα δανειζόταν. Ένα από τα χαρακτηριστικά της, μάλιστα, είναι ότι τις περισσότερες δάνειες λέξεις τις εντάσσει με ευκολία στο δικό της φωνολογικό, μορφολογικό και συντακτικό σύστημα, δίνοντάς τους γένος και κλίση. Βρίσκουμε δάνειες λέξεις ακόμα και στα πιο αρχαία κείμενα. Και τι λέξεις. Ξέρετε ότι η λέξη θάλασσα είναι δάνεια. Μερικοί από σας το ξέρουν, άλλοι ίσως όχι. Η θάλασσα που είναι από τα πιο σημαντικά κομμάτια της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Από ποια γλώσσα είναι δάνειο, αυτό δεν το ξέρουμε. Σίγουρα από κάποια από τις γλώσσες που μιλιόντουσαν εδώ στην Ελλάδα πριν φτάσουν οι Έλληνες. Αυτές δηλαδή που μιλούσαν οι άνθρωποι τους οποίους οι αρχαίοι ονόμαζαν Πελασγούς. Και δεν είναι μόνο η θάλασσα. Είναι και άλλες πολιτισμικά πολύ κρίσιμες για μας λέξεις. Η ελαία. Η δάφνη. Τοπωνύμια, όπως ο Όλυμπος, η Κόρινθος, ο Λυκαβηττός, ο Αρδηττός, ο Κηφισός, ο Ιλισσός. Πώς το ξέρουμε ότι δεν είναι ελληνικές, επειδή δεν έχουν Ινδοευρωπαϊκές ρίζες και η Ελληνική είναι ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Και γενικά δεν ανήκουν σε καμιά από τις υπάρχουσες οικογένειες. Είναι τα μόνα ίχνη που άφησαν, εκτός από τα προϊστορικά αρχαιολογικά ευρήματα, οι λεγόμενοι Πελασγοί. Εκτός από το ότι είναι συγκινητικό, ότι επέζησαν τόσες χιλιετίες, μας δίνουν και χρήσιμες πληροφορίες για τους Έλληνες και για τους Ινδοευρωπαίους. Από Ινδοευρωπαϊκές ρίζες προέρχονται, π.χ., όλα τα ονόματα των καθαρά και αποκλειστικά μεσογειακών φυτών και ζώων. Αυτό μας λέει ότι οι Ινδοευρωπαίοι δεν κατάγονταν από τη Μεσόγειο, αλλά από κάποιο μέρος πιο βόρειο, αφού δεν είχαν λέξη για την ελιά, τη ρίγανη, τη δάφνη ή το γάιδαρο, αλλά είχαν λέξεις για την οξιά, τη φιγό και τον ίππο, παραδείγματος χάριν.
Τώρα, οι λέξεις που έχουν γνωστή προέλευση, που είναι και οι περισσότερες δάνειες λέξεις, επίσης αποτυπώνουν την ιστορία των επαφών των Ελλήνων με άλλους λαούς. Μερικά παραδείγματα: Από τους Φοίνικες ή άλλους Σημίτες, πήραμε τον όνο (τον γάιδαρο), τον λέοντα και τον χρυσό. Από τους Ρωμαίους πήραμε πάρα πολλές λέξεις, από τη μακρά συνύπαρξη στη λεκάνη της Μεσογείου, και από το γεγονός ότι για περισσότερο από έναν αιώνα η γλώσσα της διοίκησης, ακόμη και στο Βυζάντιο, ήταν η λατινική. Ενδεικτικά αναφέρω τα πόρτα, σπίτι, λουρί, στέρνα, κάστρο, μούστος. Από τους Αλβανούς πήραμε το λουλούδι, το κοκορέτσι, την μπέσα, το σιγκούνι. Από τους Σλάβους, τον ντόμπρο, το κοτσάνι, το κοτέτσι. Από τους Άραβες, τον αλγόριθμο, την άλγεβρα, τον μουσαφίρη, και την μπάζα —την μπάζα, όχι τα μπάζα. Από τους Ενετούς και τους Φράγκους πάρα πολλές λέξεις, ενδεικτικά: βάρκα, βίδα, βράκα, φούστα, παντελόνι, πολυθρόνα. Μπορούμε να τις πούμε ξένες όλες αυτές τις λέξεις; Όχι βέβαια, έχουν απλώς ξένη προέλευση γι' αυτό τις λέμε δάνειες στη γλωσσολογία. Και βέβαια συγχρόνως, οι ίδιες αυτές ξένες γλώσσες που μας δανείζουν λέξεις, δανείζονται από τα ελληνικά. Υπάρχει μια ανταλλαγή. Πάρα πολλές λέξεις φυσικά ανταλλάξαμε με τους Τούρκους λόγω των τεσσάρων σχεδόν αιώνων συνύπαρξης. Χασάπης, μανάβης, ντολμάς, τσάντα, τσέπη. Στους δύο αιώνες του ελληνικού κράτους δανειστήκαμε από τα Ιταλικά –νταραβέρι, μακαρόνι– τα Γερμανικά και κυρίως, μέχρι τη δεκαετία του ’60, από τα Γαλλικά –ασανσέρ, καλοριφέρ, ρεζερβουάρ, κολιέ, μπετόν– και μετά από εκεί και πέρα από τα Αγγλικά, πληθώρα λέξεων.
Και στις δύο αυτές περιόδους, της τουρκοκρατίας και του ελληνικού κράτους, μπήκαν στη γλώσσα μας λέξεις που είναι σημαντικές πολιτισμικά, όπως και στα πρώτα χρόνια της ιστορίας. Και κυρίως αναντικατάστατες. Το κέφι, το γλέντι, το ζεϊμπέκικο, ο μάγκας, αργότερα το χιούμορ, τα μπαρ, η ντισκοτέκ, και αργότερα οι ντίσκο, τα πάρτι. Βλέπετε ότι μόνο οι πιο πρόσφατες λέξεις του 20ου αιώνα, τα δάνεια, έχουν παραμείνει άκλιτες και αυτές όχι όλες, τουλάχιστον όχι για όλους τους ομιλητές. Το μπετόν, προφανώς επειδή φαινόταν να έχει καθαρευουσιάνικη κατάληξη, έγινε το μπετό και μετά τα μπετά και του μπετού. Πολλοί ομιλητές παίρνουν από τη δουλειά τους ρεπά, άλλοι αγοράζουν κολιέδες και πηγαίνουν με ταξιά σε σινεμάδες. Και αυτά όμως που έχουν μείνει άκλιτα έχουν δημιουργήσει παράγωγα: Τα παρτάκια, τα κλαμπάκια, τα μπαράκια όπου συχνάζουν μπαρόβοι, το φασφουντάδικο της γειτονιάς, ο χιουμορίστας της παρέας, ο κομπιουτεράς, ο ροκάς και ο γκατζετάκιας.
Τι λέω; Λέω ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να αντικαταστήσουμε τις ξένες λέξεις με ελληνικές; Σε καμιά περίπτωση. Η αναζήτηση απόδοσης ξένων όρων με ελληνικούς είναι από τις πιο δημιουργικές ενασχολήσεις με τη γλώσσα. Και ο ένας από τους τιμώμενους, από εκείνους των οποίων η μνήμη τιμάται, ο Παναγιώτης Κοντός, είχε ιδιαίτερη ευχέρεια και ταλέντο σε αυτή την απόδοση, όπως και ο κύριος Μπαμπινιώτης. Και προτείνονται συχνά τέτοιες αποδόσεις και μερικές επικρατούν. Ο υπολογιστής, το διαδίκτυο, ο σιδηρόδρομος, άλλες όχι ή όχι ακόμα, η ωραία λέξη «ταχυφαγείο» παραδείγματος χάρη. Αυτό που λέω δεν είναι ότι δεν πρέπει να τις αλλάζουμε, αλλά είναι ότι δεν πρέπει να μας τρομάζει η ύπαρξή τους. Μερικές θα εξαφανιστούν σε λίγα χρόνια, όπως εξαφανίστηκαν το ορβουάρ, το οφίς, το λαμπατέρ και το πορτατίφ των παιδικών μου χρόνων. Άλλες θα ενταχθούν και θα ξεχάσουμε ότι δεν έχουν ελληνική προέλευση, όπως οι πόρτες, οι φουστανέλες, οι βίδες, τα πιρούνια, το παστίτσιο, ο μουσακάς, ο μαϊντανός και βέβαια η ρίγανη και η θάλασσα.
Για το τέλος, τελειώνω, έχω να σας πω μια πολύ μικρή ιστορία. Τις προάλλες, μια μέρα που είχε ξεκινήσει με διακοπή του νερού λόγω βλάβης. Ένα οκτάχρονο γειτονόπουλό μου κατέβηκε το μεσημέρι από το σχολικό και άκουσα από το μπαλκόνι μου τον εξής διάλογο:
—Μαμά επανήλθε το νερό; —Ναι. —Α, ωραία. Θα φάμε αμέσως; —Σε δέκα λεπτά —Σούπερ. Μπορώ να σερφάρω λίγο στον υπολογιστή;
Δεν ανησυχώ καθόλου για το μέλλον της γλώσσας μας. Και θα σας πω αμέσως γιατί με τη βοήθεια ενός στίχου του Σαββόπουλου. Από τον πιο ρητό ύμνο για την ελληνικότητα που συναντάμε σε τραγούδι, το «Ας κρατήσουν οι χοροί». Είμαι σίγουρη, το ξέρετε όλοι. Δεν ανησυχώ, λοιπόν. Γιατί όταν ένα οκτάχρονο χρησιμοποίησε σε εντελώς αυθόρμητο λόγο, μια ξένη λέξη αυτούσια, μια άλλη που έχει ενταχθεί στο κλητικό σύστημα, αλλά και ένα μεταφραστικό δάνειο και μια πανάρχαιη και πολύ λόγια, τώρα πια, ελληνική λέξη, ξέρω ότι δεν κάνει τίποτα άλλο από το «να σμίγει παλιές και αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντος μας».
Ευχαριστώ. Ευχαριστούμε πολύ για την παρουσία σας.
—













