Ο Αύγουστος δεν είναι μήνας. Είναι μια σκηνή.
Τα φώτα χαμηλώνουν, οι δρόμοι αδειάζουν, και η πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της. Η αυλαία ανοίγει για όσους ξέρουν να βλέπουν με την καρδιά.
Το τσιγάρο δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.
Μια που στο πρόσφερα, μια που έβαλες φωτιά στη ψυχή μου.
Σε κοίταξα με τον αναπτήρα στο χέρι, σου είπα την έξυπνη ατάκα μου, εσύ γέλασες, και από μια μικρή φλόγα, η πόλη γύρω μας έγινε σινεμά, μια ταινία μόνο για εμάς τους δύο.
Και δεν ήταν το κάπνισμα, ούτε το διάλειμμα, ούτε απλώς μια αφορμή να βγούμε έξω. Ήταν η ανάγκη να βρεθούμε, να σταθούμε δίπλα-δίπλα, να μιλάμε για ασήμαντα πράγματα όπως κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι, χωρίς να λέμε δυνατά αυτό που δεν χρειαζόταν καν να ειπωθεί, γιατί το νιώθαμε μαζί, εγώ και εσύ.
Όνειρα σε πακέτα των είκοσι.
Μικρές τελετουργίες που γεμίζουν τις σιωπές μας, στιγμές που δεν χρειάζονται εξηγήσεις, μόνο να τις ζήσεις.
Κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα, μια υπενθύμιση πως το ουσιαστικό δεν φωνάζει—υπάρχει.
Κι όταν το νιώσεις, δεν θες να το αναλύσεις, θες απλώς να το κρατήσεις λίγο ακόμα.
Όπως κρατάς ένα τσιγάρο που δεν θέλεις να σβήσει.
Όπως κρατάς μια στιγμή που φοβάσαι να αφήσεις, γιατί ξέρεις πως δεν θα ξανάρθει ποτέ με τον ίδιο τρόπο.












