Δίπλα στα ξεχασμένα ρούχα, κρέμασα και τη ψυχή μου.
Στεγνώνει αργά, στον ήλιο που δεν ζεσταίνει πια.
Το αεράκι την παίρνει, την γεμίζει όνειρα αλμυρά.
Σε μια αυλή άδεια. Μοναχά ένα βουνό ακίνητο.
Όλα είναι ήσυχα και όλα είναι στη θέση τους.
Εκτός από μένα.
Μια κενή ματιά που ατενίζει τον ορίζοντα.
Κάτι λείπει, κι όμως όλα είναι εκεί.
















