Βγάζω τα λαμπάκια από το στρογγυλό κουτί τους και τα τοποθετώ στο δέντρο. Τα αγαπώ τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια και τα χαίρομαι σαν μικρό παιδί- από μικρό παιδί.
Μαζεύοντας τις άδειες συσκευασίες, κρατάω σε μια γωνιά το στρογγυλό κουτί για τα λαμπάκια και κοιτάζω μελαγχολικά το φωτισμένο πια δεντράκι. Είναι όμορφο και του χαμογελάω. Το κουτί κάθεται στωικά και περιμένει την ώρα που τα λαμπάκια θα εκπληρώσουν τον σκοπό τους, οι γιορτές θα έχουν τελειώσει και θα είναι ώρα πια να σβήσουν.
Μελαγχολώ σκεφτόμενη πως, να, όπως τα λαμπάκια ανάβουν και κάποια στιγμή σβήνουν και ξαναμπαίνουν στο κουτί τους, έτσι και κάθε τι όμορφο σ'αυτήν τη ζωή, αν ανάψει, σβήνει - αν αρχίσει, τελειώνει.
Έχουν αρχίσει κι έχουν τελειώσει φιλίες, σχέσεις, συνεργασίες, γιορτές, και εκεί που η καρδιά γέμιζε με χαρά, έμεινε ένα κενό. Κι αν τα λαμπάκια βγαίνουν κάθε χρόνο από το κουτί τους για να ξανανάψουν, οι άνθρωποι αν χαθούν, δεν επιστρέφουν. Και οι σχέσεις που καταστράφηκαν, παρά τις προσπάθειες, δε θα φτιαχτούν ποτέ.
"Να σου πω την αλήθεια, δε με πειράζει που απομακρυνθήκαμε. Άνθρωποι είμαστε, αλλάζουμε." Και με μια πρόταση σαν κι αυτή, ό,τι ελπίδα υπήρχε μέσα μου έσβησε και ένα κενό δημιουργήθηκε. Μπορεί να έρθουν άλλοι άνθρωποι που θα επιχειρήσουν να το γεμίσουν, αλλά κανένας δε θα είναι εκείνη.
"Μου ήρθε απότομο, χρειάζομαι να το επεξεργαστώ."
"Ναι, θα σου στείλω αν είναι."
Όσο περνάει ο καιρός, το κενό μεγαλώνει. Όσο περνάει ο καιρός, δεν έρχονται άνθρωποι για να επιχειρήσουν να το γεμίσουν.
"Θα μου λείψεις," ήθελα να της πω, ξέροντας ότι είχε κλείσει την πόρτα της σε μένα για πάντα. Δε θα χωρούσα να τρυπώσω πάλι στην καρδιά της από το παραθυράκι που μου άφησε, κι ας ήθελα όσο τίποτα να της κάνω μια αγκαλιά και να της πω ότι ποτέ δε θέλησα να τη χάσω.
Της το έγραψα, αλλά το προσπέρασε.
Οι καρδιές όσο πάνε και απομακρύνονται. Οι άνθρωποι όσο πάνε κι αλλάζουν.
Τα λόγια όσο πάνε, σταματάνε να έχουν σημασία.
Εγώ όσο πάω, σταματάω να βρίσκω ουσία.
Χρειαζόμουν ένα κλείσιμο, που με εκείνη δε θα έχω μάλλον ποτέ, και δεν βρήκα καλύτερο τρόπο για να βάλω σε τάξη την αναστάτωσή μου. Ήθελα φέτος, πριν τελειώσει ο χρόνος, να προσπαθήσω να διορθώσω τις φιλίες που χάλασαν, κι ας μην έφταιγα ολοκληρωτικά εγώ για αυτό. Φαντάζομαι ότι δε μπορεί κανείς να διορθώσει τα πάντα. Ίσως να άργησα να προσπαθήσω. Ίσως να μην την πείραξε ποτέ, όπως πείραξε εμένα. Ίσως να μη μάθω ποτέ. Τουλάχιστον έμαθε εκείνη.
- @im-a-free--spirit (via @im-a-free--spirit )