ας γυρίσουμε λίγο πίσω,
τότε που κάθε μέρα ήταν όμορφη και ανέμελη, τότε που οι γονείς μας ήταν ακόμα ερωτευμένοι και το έδειχναν ο ένας στον άλλον με την πρώτη ευκαιρία.
πηγαίναμε και βλέπαμε τους παππούδες μας κάθε σκ και κάναμε όνειρα μαζί τους νομίζοντας οτι θα είναι εκεί για παντα, αγνοώντας τους όταν πετούσαν σπόντες οτι κάποια στιγμή θα πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας χωρίς αυτούς δίπλα μας και ίσως ακόμη και χωρίς τους γονείς μας.
όλοι οι δάσκαλοι έλεγαν οτι είμασταν τα καλύτερα παιδιά και τώρα οι περισσότεροι απο εμάς προσπαθούμε να ξαναζωντανέψουμε απο κάτι που μας σκότωσε και μας πλήγωσε μέσα μας. παίρναμε καλούς βαθμούς και όλη η οικογένεια ήταν περήφανη για εμάς. θυμάμαι να μου λένε οτι δεν θα τα παρατήσω ποτε εγώ και οτι είμαι απο τα καλύτερα παιδιά που εχουν δει, αλλά οι μισοί απο αυτούς δεν είναι καν εδώ πια για να δουν που εχω καταλήξει. καλύτερα κιόλας γιατί δεν είχα όρεξη να απογοητεύσω και αλλά άτομα στην ζωή μου.
κανένας στο σχολείο δεν μιλούσε τότε για γκομενικά αλλά για λεγκο και ανταλλάζαμε τάπες ή αυτοκόλλητα. τώρα ανταλλάζουμε βρισίδια και ειρωνίες.
δεν λυπάμαι την γενιά μας, οτι έγινε έγινε για εμάς και κάποια στιγμή θα τα ξεπεράσουμε όλα και θα πάμε μπροστα. αυτούς που λυπάμαι τώρα είναι τα παιδάκια τα οποία πρέπει να μεγαλώσουν σε έναν κόσμο γεμάτο τόσο μίσος και διχόνοια μεταξύ όλων χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο. θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν μέσα στην απορία μέχρι να γίνουν και αυτά σαν όλους εμάς για να μπορέσουν να επιβιώσουν.













