Είσαι εδώ. Ω, δεν τρέχεις.
Θα μου απαντήσεις μέχρι την τελευταία κραυγή.
Κουλούρι γύρω μου σαν να τρόμαξες.
Ακόμα κι έτσι, μια παράξενη σκιά πέρασε κάποτε από τα μάτια σου.
Και τώρα, μικρή μου, φέρε μου αγιόκλημα,
και ακόμη και το στήθος σου το μυρίζει.
Ενώ ο θλιβερός άνεμος πάει σφάζοντας πεταλούδες
Σε αγαπώ, και η ευτυχία μου δαγκώνει το δαμάσκηνο του στόματός σου.
Πόσο πρέπει να ταλαιπωρήθηκες που με είχες συνηθίσει,
την άγρια, μοναχική ψυχή μου, το όνομά μου που τους στέλνει όλους να τρέχουν.
Τόσες φορές έχουμε δει το αστέρι του πρωινού να καίει, να μας φιλάει τα μάτια,
και πάνω από τα κεφάλια μας ξετυλίγεται το γκρίζο φως σε γυρίζοντας ανεμιστήρες.
Τα λόγια μου έπεσαν βροχή από πάνω σου, σε χάιδευαν.
Εδώ και πολύ καιρό αγαπώ την ηλιόλουστη μαργαριτάρι του κορμιού σου.
Μέχρι να πιστέψω ότι κατέχετε το σύμπαν.
Θα σου φέρω χαρούμενα λουλούδια από τα βουνά, μπλε καμπάνες,
σκούρα φουντούκια και ρουστίκ καλάθια με φιλιά.
Θέλω να κάνω μαζί σου ό,τι κάνει η άνοιξη με τις κερασιές.
-Pablo Neruda
















