Πότε, μου λες, θα μπορώ να στηριχθώ στα λόγια σου;
Το ερώτημα μου προκαλεί γέλιο και χλεύη,
Κι εσύ, με την άκρως κυνική σου νοοτροπία,
Που κάνεις παράσημο τους φόβους και τα όνειρά μου,
Νομίζεις, πως είναι αυτή η ζωή που μας ταιριάζει.
Η κοινωνία αυτή, μια δομή ευάλωτη και σκοτεινή,
Με νόμους και κανόνες που πνίγουν την ανθρωπιά,
Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πια από AIDS πάνω στον έρωτα,
Πεθαίνουν μόνοι τους σε κραυγή βοήθειας,
Μέσα σε ρετιράκια χωρίς κάγκελα,
Και σκέφτονται, φοβούνται, μήπως τους σπάσουν στο ξύλο όταν δεν το αντέχουν άλλο,
Όταν τους βάφουν με αίμα τα χέρια.
Κι εμείς, προσανατολισμένοι και κλειστοί στα πρότυπα των μεγάλων,
Ο καθένας με το διαχωριστικό του και το φρικιαστικό πλέον άκουσμα της αναμονής,
στο τηλεφωνικό που πρέπει να σε βρίζουν και να σε μειώνουν ακριβώς μέχρι τις 6.
Όταν πάω διακοπές Ιταλία να ηρεμήσω δύο 48ωρα. Θα κοιτάξω να με ηρεμήσω με τα λόγια σου, γιατί δεν θα θέλω να ξέρω.
Και προς έκπληξη μου προχωρώ κατάστικτη, βγαίνω στην ανακατωσούρα και στον κρότο,
Προσπαθώ όσο γίνεται πιο συχνά,
Αφού η ιστορία μας έχει φτύσει αμάσητους.
Εσύ τώρα κοίτα τα μπόνους και τα πακέτα εκδρομών,
Μα όταν γελάω με τα αστεία σου
Πως στα αλήθεια νομίζεις ότι σε αυτό το κομμάτι μου ενέδωσα;
Απλά σαν γυναίκα έμαθα να μένω ασφαλής.
Δεν θέλω να ακούσω από εσένα τι θα μπορούσε να.
Στην πραγματικότητα δεν κυνηγάς, μα ούτε κι ονειρεύεσαι. Πέφτεις αναίσθητος αφού βγάζεις τα αθλητικά και έχεις εθισμό στο να δείχνεις πόσο καλύτερα τα κάνεις όλα.
Δεν ήθελα να στηριχτώ στα λόγια σου.
Μόνο κάτι μέσα μου αγριεύτεται με την πείνα,
τότε μονάχα βλέπεις κάποιον που συνήθιζε να ακούει στο όνομα μου και που πληκτρολογεί στο μειλ. Μας συγχωρείτε για την ταλαιπωρία