Φαντασμαγορία 0.3
Ο θερμότερος Θεός σκαρφάλωσε στη θέση του και η μορφή σου λείπει από το μαξιλάρι που σου είχα αφήσει, προσποιούμενη πως δεν το χρειαζόμουν για να με πάρει ο ύπνος. Τίποτα δεν μου κάνει εντύπωση πια, αν με ρωτήσεις. Άλλο ένα γνώριμο σκηνικό κλεισμένο μέσα στους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος κι άλλο ένα πρωινό που έφυγες, μα ξέρω ότι θα γυρίσεις. Άλλο ένα γράμμα σου πάνω στο τραπέζι, σ’ ένα μισοσκισμένο, σαν δαγκωμένο από άγριο ζώο, κομμάτι χαρτί. Φοβάμαι να το ξεδιπλώσω. Όχι για τη μορφή της ουλής, αλλά για το μέγεθος και τον πόνο που θα μου αφήσουν όσα έγραψες. Σε αντίθεση με όσα γράφω εγώ για εσένα, τα δικά σου γράμματα πονάνε κάθε φορά το ένα περισσότερο από το άλλο. Κάθε φορά, δεν ξέρω τι να περιμένω γραμμένο πάνω στις σελίδες που μου αφήνεις, προσέχοντας η επόμενη να ξεπερνά σε οδύνη την προηγούμενη. Κάθε σελίδα, περισσότερο σκισμένη από την προηγούμενη, περισσότερο άσχημη, περισσότερο τσαλακωμένη. Σαν να ξεθωριάζει σταδιακά η στοργή και η αγάπη με την οποία γράφεις τον πόνο που θα μου κρεμάσεις στον λαιμό, σαν βαρίδι πριν βουτήξω σε απύθμενη θάλασσα. Σαν να το κάνεις πια από υποχρέωση. Χαράζεις σε ό,τι καμβά βρεις μπροστά σου, με σταγόνες από το αίμα μου, νότες και όχι λόγια, που η καθεμιά με κάνει να νιώθω περισσότερο μικρή και ανίκανη μπροστά στο μεγαλείο με το οποίο με κατατροπώνει η τραγική σου ύπαρξη. Ενώ εγώ, γράφω για σένα πάντα τα ίδια. Γράφω για τον εθισμό μου στον τρόπο με τον οποίο συνθλίβεις κάθε μου αίσθημα. Τόσο περίτεχνα, τόσο προσεκτικά, τόσο όμορφα. Γράφω γι’ αυτόν σαν εμμονική. Σαν να προσπαθώ να κρατήσω ζωντανό τον εθισμό. Όποτε αναρωτήθηκα γι’ αυτή την εμμονή, βρήκα την απάντηση στην ίδια σου τη στάση. Κατέληξα να συντηρώ τον πόνο που μου προκαλείς μέσα απ’ τα ίδια μου τα γράμματα, καθώς ούτε αυτόν δεν μου προσφέρεις απλόχερα, κι ας είναι το μοναδικό που έχω από εσένα. Κι αφού δεν έχω κάτι άλλο να σε θυμίζει, κρατάω το συναίσθημα αυτό με νύχια και με δόντια και αρκούμαι στην αγαπημένη σου συνήθεια. Αυτή τη συνήθεια. Να σε κρατάω μέσα μου. Να κρύβομαι από τον κόσμο φωλιάζοντας στην αγκαλιά σου που όλο και με σφίγγει. Κάθε φορά, ο πόνος είναι αμελητέος μπροστά στην αίσθηση των σκέψεων να φεύγουν, χορεύοντας σαν τρελές, απ’ το μυαλό μου. Υπάρχεις μόνο εσύ. Όμως εσύ και η αγκαλιά σου, εμποδίζετε την ανάσα μου. Κι όσο χάνω την ανάσα μου, τόσο περισσότερο ασφαλής να νιώθω. Γιατί νιώθω πως έχεις τον έλεγχο και δεν θα μπορούσα να παραπονεθώ ποτέ γι’ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, μόνο εσύ με ξέρεις. Καλύτερα απ’ όσο με ξέρω. Άρα γιατί να μην σε πιστέψω όταν μου λες πως δεν αξίζω παρά μόνο πόνο; Ποια είμαι εγώ να σε αμφισβητήσω; Έτσι σε έπλασα. Σε έπλασα να ξέρεις το καλό μου και άφησα στα χέρια σου όλο μου το είναι. Το είναι μου και όλη μου την αγάπη, έχοντας τυλίξει την ύπαρξή σου με τον μανδύα της ευθύνης. Χωρίς να σε ρωτήσω. Πώς να σε κατηγορήσω λοιπόν ύστερα;
[…]
-s3l3na














