Υπήρχαν μέρη που έγιναν σταθμοί και τα αγάπησα με την καρδιά μου, σκεφτόταν η Άννα καθώς στεκόταν στην άκρη του σταθμού του τρένου, δίπλα στις γεμάτες ανθρώπους και βαλίτσες θέσεις της πλατφόρμας, ενώ το βλέμμα της ήταν χαμένο. Είχε περάσει μία δύσκολη μέρα, την τελευταία μέρα της σε εκείνη την πόλη, και κάτι μέσα της της έλεγε ότι θα είναι και η τελευταία ήμερα εκεί για αρκετό καιρό.
Και όμως, είχε δεθεί με αυτό το μέρος συναισθηματικά όπως ένας κόμπος στα ακουστικά σου, που όσο και αν προσπαθείς δεν καταφέρνεις να τον λύσεις. Το βλέμμα της καρφώθηκε ξαφνικά στον κόσμο που έμπαινε στο σταθμό απέναντί της, σε ένα νέο αγόρι, που του έμοιαζε τόσο πολύ. Αστραπιαία ήλθε στο μυαλό της η σκέψη ότι εκείνος ήρθε να τη βρει, να τη χαιρετήσει για μία ακόμη ουσιαστική φορά, ή να της επιβεβαιώσει πως όλα θα πάνε καλά. Κάτι σκίρτησε στο στέρνο της, η καρδιά της διαλύθηκε σε ένα κομμάτι ακόμη συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν αυτός φυσικά. Το πρόσωπο της ατένισε πάλι το κενό.
Εκείνο το μέρος, που τόσο βαθιά στην καρδιά της είχε μπει, τα είχε όλα. Η θάλασσα μέχρι εκεί που πάει το μάτι στον ορίζοντα, με αυτό το βαθύ μπλε χρώμα όπως το χρώμα του καθαρού ουρανού που σε ηρεμεί. Και εκείνα τα στενά στην πόλη με τα όμορφα μαγαζάκια και τα παλιά σοκάκια, τα γραφικά σπίτια και τους φιλόξενους ανθρώπους. Ή εκείνες οι βόλτες, οι ατελείωτες, το περπάτημα, οι πλάκες, οι αγκαλιές. Αυτό το μέρος τα είχε όλα. Έρωτα, άγχος, δάκρυα, κλάμα, γέλιο, προσμονή, νεύρα, ανυπομονησία, αγάπη. Θα της άρεσε να γυρίσει εκεί ξανά κάποια στιγμή στο μέλλον, χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, ούτε για να θυμηθεί τι συνέβαινε τότε. Θα της άρεσε διότι η κάρδια της θα ζέσταινε με το που πατούσε το πόδι της στην πόλη, εκεί που την άφηνε το τοπικό λεωφορείο. Δεν θα ξέχναγε το μέρος, όπως και το μέρος δεν θα ξέχναγε εκείνη.
Και τώρα η αναμονή στον σταθμό ήταν τεράστια και τόσο πολύ πονούσε, εν γνώσει της ότι οι αναμονές στους σιδηροδρομικούς σταθμούς είχαν φτάσει σε μία προσωρινή παύση. Μία κοπέλα περίπου στην ηλικία της Άννας, την πλησίασε και της ζήτησε τσιγάρο. Αφού της έδωσε, άρχισαν να μιλάνε για να κυλήσει γρηγορότερα ο χρόνος μέχρι το τρένο τους να έρθει, και όταν η Άννα έπιασε τον εαυτό της να εξηγεί γιατί είναι στην πόλη και πού πάει, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Η κοπέλα της είπε πως δεν ήξερε και ρώτησε αν μπορεί κάπως να βοηθήσει, αλλά η Άννα αρνήθηκε ευγενικά και εκείνη αφού τη χαιρέτησε, απομακρύνθηκε.
Μέρος-σταθμός ήταν για την Άννα το χρονικό διάστημα που πέρασε εκεί, τόσο για τους ανθρώπους που γνώρισε, όσα είδε, τις στιγμές που έζησε αλλά και τα συναισθήματα που πρωτοένιωσε. Σκεφτόταν τώρα ότι αυτά συγκροτούσαν τον κυριότερο λόγο να το αισθάνεται τόσο δύσκολο κάθε φορά που έπρεπε να φύγει, κάθε φορά που στεκόταν στις πλατφόρμες των τρένων και στις στάσεις, κάθε φορά που ξεριζωνόταν ένα κομμάτι της και ξανά κολλούσε όταν βρισκόταν πάλι εκεί, όμως ποτέ δεν κούμπωνε το ίδιο με πριν. Φαγωνόταν φορά με τη φορά, χρόνο με το χρόνο, μέχρι να μην κουμπώνει πια. Δεν μετάνιωνε φυσικά γιατί αν δεν είχε ζήσει όλα αυτά, δεν θα ήταν εκείνος ο άνθρωπος με τα χαρακτηριστικά που έχουν διαμορφωθεί στο παρόν. Άλλωστε λένε πως είσαι όσα έχεις δει και όσα έχεις ζήσει. Και η Άννα έμαθε να αγαπάει, ακόμη και αν εκείνος βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, ακόμη και αν ο χρόνος που είχε για να τον δει μετρούσε αντίστροφα, όπως μειώνεται η άμμος μέσα στην κλεψύδρα.
Και τώρα, στεκόταν όρθια εκεί δίπλα στα πράγματά της με το βλέμμα καρφωμένο στις ράγες και αναρωτιόταν εάν τα κομμάτια μέσα της θα κολλούσαν ξανά. Ήθελε να γυρίσει σπίτι. Στο μέρος που όσα συναισθήματα και αν σε δένουν εκεί, θα είναι για πάντα το σπίτι για σένα.
Ξαφνικά είδε το τρένο να πλησιάζει, σκούπισε το τελευταίο δάκρυ που είχε απομείνει στο μάγουλο της. Επιβιβάστηκε στο βαγόνι και λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες πέταξε έξω στο κενό μεταξύ βαγονιού και αποβάθρας, το κόκκινο τριαντάφυλλο που της είχε δώσει όταν τη χαιρέτησε νωρίτερα εκείνο το απόγευμα, με ένα χαμόγελο και ένα φιλί στο μέτωπο, λέγοντας της ότι θα τα πούνε σύντομα. Το σύντομα για εκείνη φαινόταν τόσο μακρινό, έως άπιαστο, που δεν απάντησε σχετικά και απομακρύνθηκε, αφήνοντας στο οδόστρωμα την ψυχή της σε κομμάτια.
Οι πόρτες έκλεισαν και εκείνη έκατσε σε μία θέση κοντά της. Έβαλε τα ακουστικά της και όσο παρακολουθούσε από το παράθυρο τα πάντα να κινούνται σιγά σιγά καθώς το τρένο ξεκινούσε, σκεφτόταν πόσο γλυκιά φάνταζε ξαφνικά η ζωή της πίσω στο σπίτι.