Κεφάλαιο 2: Από την εξορία μου
Άναψα ένα τσιγάρο. Τράβηξα με μανία μια τζούρα και προτού προλάβει να βγει ο καπνός από μέσα μου τράβηξα κι άλλη ρουφηξιά. Τι ήταν όλο αυτό που έγινε; Ήμουν έξω φρενών.
Τι μου έφερες ρε μαλάκα εδώ; Τι πράμα ήταν αυτό; Γμσου παλιοαρχ..., το κέρατο σου μέσα! Γελοίε, μ' αυτό το ξόανο τα 'χεις; Τι σαβούρα είν' αυτή; Πόσο καραγκιόζης είσαι ρε; Τι το κουβάλησες αυτό εδώ πέρα; Να δω τι; Την παρακμή σου; Τι βρήκες ρε σ' αυτό το ον; Το φυστικώνεις; Αυτό σου κάνεις πί...ες; Και δεν σιχαίνεσαι ρε; Αυτό είναι μια σαβούρα, τι βρήκες εκεί; Σε φτιάχνει καλά; Και τώρα γιατί παρατάς το χυλό; Σου γυάλισα εγώ βρε σίχαμα; Αφήνεις τον πατσά για φρέσκο κρέας; Να πα να γμθείς βρωμόγερε.
Έβαλα ένα ποτό και ήπια μονορούφι το μισό. Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Δεν μπορώ να ηρεμήσω, γμτο! Σε σιχαίνομαι ρε, το κατάλαβες; Σε σιχαίνομαι. Τι όμορφο να αρχίσουμε μαζί ρε, που θα είσαι γεμάτος απ' τα σάλια του; Γμτο μαλάκα. Πώς μπόρεσα εγώ να σε προσέξω; Τι έχεις ρε και με τράβηξες; Ένας κωλόγερος είσαι παλιοφαφούτη, τίποτα παραπάνω. Τι έχεις και με τράβηξες; Τι είδα πάνω σου και μ' ενδιέφερε, γμτο σου;
Ήπια άλλη μια γερή γουλιά, άναψα τρίτο τσιγάρο και έκανα μια μεγάλη τζούρα. Πώς ήμουνα τόσο χαζός να την πατήσω έτσι; Τι στο καλό έκανες και με προσέλκυσες; Με μάγεψες; Ένιωσα ρε μλκα κάτι· δεν ξέρω τι! Ένιωσα πως διαφέρεις, πως είσαι κάτι άλλο, κάτι σημαντικό, βρε αρχ...ι. Πώς την πάτησα εγώ; Γουρούνι είσαι κι εσύ ρε, γουρούνι σαν τους άλλους. Σαν όλους αυτούς που γνώρισα, που πέρασαν απ' τη ζωή μου, απ' το κρεβάτι μου, απ' το κορμί μου. Να πα να γμθείς βρε.
Κατέβασα ένα σφηνάκι. Ο μπάρμαν με κοίταξε περίεργα, το ίδιο κι ο τσεκαδόρος που μου εκανε νόημα. Ωχ, εσύ με ψάχνεις, γμτο σου; Πάλι θα ξαναδώ τα μούτρα σας; Ήρθα κοντά, μα κοίταζα προς τα πέρα. "Άλλες δυο μπύρες", μου είπες. Έφυγα κοιτώντας κάτω, χωρίς να πω λέξη. Να σας έφτυνα ήθελα βρε, όμως έπρεπε να σας φέρω τα ποτά, γμτο μου.
Ήπια το υπόλοιπο ποτό. "Βάλε μου άλλο ένα, θα το πληρώσω" είπα στο μπάρμαν μέχρι να βγάλει τις μπύρες σας. Τις έφερα. Μα τι θέλει τώρα από μένα αυτός ο σάχλας; Τι στοίχημα και αηδίες μου τσαμπουνάει; Τι βλακείες με ρωτάει; Αν σπουδάζω και τι; Τι τον νοιάζει το τι; "Καμιά σχέση", του απαντώ ξεκόβοντας τις υποθέσεις του και κοιτώντας το ταβάνι. Δε μπορούσα ρε να σας βλέπω, μου ερχόταν εμετός. Να του πω; Τι μπούρδες πάλι θέλει, τι με ρωτάει; Σαχλαμάρες. "Δεν είναι ανάγκη", λέω και φεύγω. Γιατί να του πω τι κάνω και με τι ασχολούμαι; Τι τον νοιάζει αυτόν; Σιγά να μη σας δώσω αναφορά! "Α να χαθείτε παλιοπού..δες", είπα μέσα μου κι ήπια μια γερή γουλιά απ' το φρέσκο. Άκου εκεί να μου κάνουν ανάκριση!
Μα τι ήταν όλο αυτό το σκηνικό; Αυτόνανε τι τον ένοιαζε; Γιατί με ψάρευε αυτός κι όχι εσύ; Εσύ λέξη δεν άρθρωσες. Κοιτούσες όμως περίεργα, διερευνητικά λες και σ' ενδιέφερε να ακούσεις απαντήσεις. Γιατί;
Κατέβασα κι άλλη γουλιά. Πήγα μια παραγγελία και γυρνώντας άναψα κι άλλο τσιγάρο. Όση ώρα με ρώταγε ο γελοίος, εσύ άχνα δεν έβγαλες, μιλιά. Γιατί; Αυτός τι ήθελε από μένα; Γιατί δεν είπες κάτι, πλάτες του έκανες; Αποκλείεται. Σ' αυτόν μ' έκανες πάσα κι ήταν μούφα όλα αυτά τα posts; Αδύνατον. Αν ήταν έτσι, κάτι θα έλεγες κι εσύ για να σιγοντάρεις την κατάσταση. Αλλά δε φαινόταν να με γούσταρε αυτός και σίγουρα ούτε κι εγώ είχα μια τέτοια μούρη στα υπ' όψιν. Άρα; Δεν είναι αυτό. Τότε;
Εσύ με γούσταρες, εσύ ερχόσουνα συχνά, εσύ μ' έτρωγες με τα μάτια κάθε φορά,εσύ ανέβαζες εκείνα τα posts. Αυτός δεν θα 'γραφε τέτοια. Μα τότε γιατί δεν μίλαγες; Γιατί δεν έλεγες λέξη, ντρεπόσουν; Εδώ δεν ντράπηκες να τα 'χεις μ' αυτό το πράμα, εμένα θα ντρεπόσουν; Τι στο καλό, δε βγαίνει νόημα! Να πα να γμθείς μλκα που θα ασχολούμαι ακόμα μαζί σου, πολύ σου πάει. Πάει πέθανες μλκα, πέθανες! Αρχ..ι κάτι σκότωσες μέσα μου. Σε πίστεψα σαν κάτι όμορφο, καλό, σαν κάτι αγνό και σπουδαίο κι αυτό που μου έδειξες σήμερα ήταν ένα σίχαμα. Ναι ρε, είσαι σίχαμα. Δε θέλω να σε ξέρω. Πίστεψα πως έχεις κάτι όμορφο και με πούλησες γελοίε. Κι εγώ που νόμισα πως θα σε γνώριζα, πως βρήκα πια κάτι ωραίο!
Έκανα όνειρα μλκα, όνειρα. Κατάλαβες; Έκανα όμορφα όνειρα για σένα, γιατί μου έβγαλες κάτι αγνό. Είδα κάτι αγνό μέσα μου, μέσα απ' αυτή τη βρωμιά που σκεπάζει το κορμί μου, που τυλίγεται γύρω μου. Αυτά τα βρωμόχερα που μ' αγκαλιάζουνε κάθε μέρα και λερώνουν το κορμί μου. Μα από μένα έβγαλες κάτι όμορφο βρε, κάτι καλό κι αγνό. Δεν ήξερα πως το έχω εγώ αυτό. Δεν πίστευα πως κάτω από τη λέρα αυτονών υπήρχε κάτι ωραίο θαμένο βαθιά μέσα μου. Εσύ μου το έδειξες πως το 'χω. Ήρθες όμως σήμερα εδώ και το λέρωσες, το έθαψες πάλι. Χάθηκε! Δε νιώθω πια αγνός, νιώθω ξανά βρώμικος, λερωμένος. Με σκότωσες μλκα σήμερα, με πέθανες. Σε σιχαίνομαι. Δε θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια.
Θα φύγω. Θα φύγω μακριά. Θ' αλλάξω δουλειά, θα πάω σε άλλο μαγαζί. Πρέπει να κλείσω αύριο γι' αλλού. Εδώ δε με χωράει πια το μέρος, εδώ θα είσαι εσύ. Θα είναι η φάτσα σου εδώ, η παρουσία σου, οι αναμνήσεις μου που θα σε περιέχουν. Το σώμα σου θα είναι εδώ. Δεν πρόλαβα, π...στη μου, να το δω, δεν πρόλαβα να μάθω τίποτα από σένα. Κι όμως το ήθελα, τουλάχιστον να έβλεπα το κορμί σου. Το μυαλό σου μου το έδειξες μέσ' απ' τα posts, μα ύστερα απ' τα σημερινά, ούτε κι αυτό θέλω να ξέρω. Σε έχασα μλκα πριν σε βρω. Νομίζω είσαι ο πρώτος που χάνω, που ήθελα να μάθω αλλά δεν πρόλαβα. Σε έχασα, αρχ...ι. Δεν θέλω με τίποτα να χάνω, να χάνω κάτι που θέλω· και ήθελα πολύ. Να σε μάθω, να σε γνωρίσω. Μα δεν μίλαγες κιόλας, δεν έλεγες κάτι. Δυο λέξεις μλκ δεν μπορούσες να μου πεις; Αν μου 'λεγες θα ... θα είχαμε μιλήσει βρε, θα είχαμε γνωριστεί, θα μάθαινα τη σκέψη σου. Αρχ...ια, το κορμί σου θα μάθαινα τουλάχιστον, αυτό είναι σίγουρο. Μα θα είχαμε μιλήσει κιόλας, πριν, μετά, τι σημασία έχει. Θα ήξερα κάτι από σένα, θα σε καταλάβαινα, τώρα τίποτα.
Χάσου τώρα, μλκα, άχρηστε, γελοίε. Χάσου στη σαβούρα σου, στο τίποτα σου. Μόλις γυρίσω το πρωί απ' τη δουλειά θα σε σβήσω, να μην υπάρχεις πια για μένα, να μη σε θυμάμαι, να μη σε βλέπω. Θα σβήσω το like που σου έκανα, θα σε κάνω unfollow, θα σβήσω το post που μου 'κανες like. Δεν θα είσαι πια γύρω μου, δεν θα υπάρχεις, θα 'σαι άγνωστος μλκα. Να κλείσω αύριο οπωσδήποτε σε άλλο μαγαζί. Θα σβήσω λίγο διάστημα και απ' το internet για να ηρεμήσω και θα φύγω για διακοπές. Ωχ, τι θέλετε πάλι; Κι άλλες μπύρες, φτου γμτο. "Άσε να φτιάξω εγώ τα ποτά της παρέας, είναι γνωστοί", λέω δήθεν στο μπάρμαν. Χαχαχα, τη γλύτωσα, σας έφερε αυτός τις μπύρες αρχ...ι, να χαθείς, ανάσανα με ανακούφιση.
Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Πήγα στην παρέα και έπιασα την κουβέντα. Ευτυχώς ηρέμησα, ξεχάστηκα για λίγο. Γελάγαμε με τα αστεία που τους έλεγα και τις ιστορίες που μου έρχονταν στο μυαλό και πέρναγα καλά. Σιγά σιγά χαλάρωσα. Με την άκρη φυσικά των ματιών μου σε κοιτούσα μέσα απ' τον καθρέφτη. Δεν ξέρω γιατί, μα σε κοιτούσα. Ήσουν χάλια ολοφάνερο. Κατσούφης, εκνευρισμένος, στεναχωρημένος σίγουρα. Κηδεία ήσουν μλκα μου, το έβλεπα. Γιατί; Ας το διάολο που θα ασχολούμαι μαζί σου. Να πα να ψοφήσεις κόπανε, παλιόγερε. Μπά, φεύγετε; Τι κοιτάς, τι ψάχνεις τριγύρω, εμένα ψάχνεις; Εγώ έγινα καπνός, μπουχός μλκα. Άντε στον αγύριστο, να χαθείς ηλίθιε, ξεκουμπίδια. “Ουφ έφυγε, ηρέμησα. Στα τσακίδια”, μονολόγησα. Έφυγε και κάτι πέθανε μέσα μου. Μλκα μου με σκότωσες!
Τη νύχτα έγινα στουπί. Γύρισα σπίτι κι ήμουν χάλια, μόνος! Γιατί μόνος; Ήμουνα κουνουπίδι κι έκανα εμετό, πολύ καιρό είχα να κάνω εμετό και μάλιστα χωρίς να πάρω τίποτα. Γιατί ένιωθα χάλια; Αφού πια ξεκουμπίστηκες, αφού σε πέθανα ρε συ, γιατί δεν ένιωθα καλά; Έβαλα ένα ουίσκι και το ήπια μονορούφι. Ανοίγω αποφασιστικά το κινητό, γρήγορα Tumblr στο profile μου. Να 'σαι μλκα, unfollow αρχ...ι. Ποιο post μου έκανες like; Αα νάτο, delete. Πού είναι το δικό σου; Unlike γελοίε. Πέθανες πια, σε έσβησα. Τέλειωσα το ουίσκι, σβήνω και το τσιγάρο μα πάλι ήρεμος δεν ήμουνα. Χτυπάω μια δόση. Το πρωί θα βρω αλλού δουλειά και το βράδυ να βρω παρέα για τη νύχτα κι από βδομάδα διακοπές. Τι όμορφος που είναι ο κόσμος, μάτια μου! Πόσο ωραία περνάω! Αύριο θα χαρώ το πήδημα, αύριο θα ξανάβρω τη ζωή. Αύριο κάτι άλλο, κάτι όμορφο, κάτι καινούργιο. Ίσως κάτι καλό, πια.
Άναψα τσιγάρο, τα ρύθμισα όλα. Από Σεπτέμβρη αλλού. Λίγες μερούλες ακόμα κι ύστερα διακοπές, ξεκούραση μια βδομάδα. Εκεί πια δεν ξαναπάω, μόνο στο γυρισμό μία φορά και τέλος. Τα κλείνω όλα και ησυχάζω. Κοιτάω δίπλα μου. Α ναι, αυτός ο ηλίθιος. Κοιμάται, κοιμισμένος ήταν ούτως ή άλλως, άσχετος. Ούτε μια λέξη δεν ξέρει να πει, να αρθρώσει λόγο. Απογοήτευση. Ούτε καν το ευχαριστήθηκα. Τζούφιος και σ' αυτό, άδειος. Γιατί πήγα μαζί του; Πωπώ μλκα μου χαλιέμαι, χαλαλίζομαι σε άσχετους! Ωχ, ποιος το είχε πει αυτό; Όχι ρε π...στη μου, εσύ το έγραψες αυτό, για μένα! Μλκα, αρχ...ι δίκιο είχες, χαλιέμαι με αυτούς, μειώνομαι. Πόσο δίκιο είχες! Μα γιατί το κάνω; Δε λέω μ' αρέσει, φτιάχνομαι, πηδ...ω· άσχετους όμως, κούφιους, άχρηστους. Κι εσύ ποιος είσαι και το ξέρεις; Το κατάλαβες, ρε συ; Είσαι έξυπνος λοιπόν, σε είχα υποτιμήσει. Κάτσε ρε συ, δεν τους ξέρεις όλους αυτούς, δεν τους γνώρισες, πώς το 'ξερες; Εμένα κατάλαβες, ρε συ, με ένιωσες; Πώς; Μόνο κοιτώντας με στα μάτια, βρε; Εγώ πόσες φορές σε κοίταξα; 5, 10, 20, 50; Και με αποκρυπτογράφισες ρε, με κατάλαβες; Μπήκες μεσ' στο μυαλό μου, μεσ' τη ψυχή μου ρε συ; Τι είσαι λοιπόν, γμτο μου;
Άναψα κι άλλο τσιγάρο· πολύ καπνίζω τελευταία και χαλάω την επιδερμίδα μου. Αυτός εξακολουθούσε να κοιμάται, σαν ζώο. Και στο σεξ σαν ζώο έκανε. Σιχάθηκα. Ούτε καλά ήτανε, έκανε και σαν ζώο! Πώς τα καταφέρνω έτσι και πέφτω πάνω σε ζώα; Μου ήρθες στο μυαλό μλκα, εσύ δεν φαινόσουνα για ζώο. Αλήθεια, πώς θα 'ταν άραγε μαζί σου; Έδειχνες ευγενικός, λογικά τρυφερός· εσείς οι ώριμοι γενικά είσαστε τρυφεροί, βγάζετε μια γλύκα, τον ζείτε τον έρωτα με τις ώρες, αργά και ηδονικά, ξέρετε να παίρνετε και να δίνετε τη μεγαλύτερη απόλαυση. Λογικά έτσι θα ήσουνα κι όχι σαν ζώο. Μα θα ήξερες να μιλάς, να επικοινωνείς; Στη θεωρία, στο Tumblr, έδειχνες να ξέρεις, καλά μάλιστα. Μα στην πράξη; Ποια πράξη γμτο μου, ποια πράξη; Πάει τέλειωσε τώρα, σε πέθανα.
Με σκότωσα ρε συ, σε σκότωσα, με πέθανα! Είχα τις ευκαιρίες να σε μάθω, να σε πλησιάσω, να σε δώ από πολύ κοντά και τις πέταξα, τις κλώτσησα, τις χαλάλισα, τις σκότωσα. Εγώ μας σκότωσα, εσύ ερχόσουνα εκεί για μένα, τόσες φορές, το έγραψες κιόλας – για σένα έρχομαι απόψε. Όμως εγώ μας σκότωσα. Γμσου μλκα, σε έχω πεθάνει, γιατί ξαναασχολούμαι; Με μισώ. Γιατί τα έκανα έτσι; Γιατί δε σου μίλησα ρε συ, γιατί δε θέλησα να σε μάθω, να σε γνωρίσω – μ' όλους έτσι κάνω, γιατί όχι με σένα; Να μάθω το σώμα σου - αυτή ήταν η προτεραιότητα μου με όλους -, μα μάθαινα και το μυαλό τους. Να δω το δικό σου! Γιατί; Γιατί είμαι μλκας, κόπανος είμαι! Πόσο όμορφος θα ήσουνα άραγε; Όμορφος στο σώμα ίσως και όχι – ποιος ξέρει – μα τι σημασία να έχει τώρα, δεν το έμαθα ποτέ. Όμορφος στο μυαλό μάλλον ναι, όμορφος στην ψυχή είμαι σχεδόν βέβαιος. Μα τώρα είναι αργά, αργά για μένα, αργά για σένα. Πάει, μας σκότωσα! Γιατί;
'Ισως γιατί μου έδειξες τα λάθη μου – δεν το 'κανες συνειδητά για να με μειώσεις, την πραγματικότητα διαπίστωνες -, μάλλον γιατί έβγαλες από μέσα μου αυτό που δεν ήξερα, αυτό που δεν ήθελα, αυτό που δεν μου άρεσε· την αγνότητα κι αυτό με φόβισε. Σε μισώ, ρε συ, σε μισώ. Γιατί μου έδειξες πόσο λάθος ήμουνα σε πολλά. Γμτο μου, με μισώ ρε αρχ...ι!
Άναψα ένα τσιγάρο, ρούφηξα μια γουλιά ποτό. Πάνε κι οι διακοπές, τέλειωσαν. Όμορφα ήτανε αν και λίγες, μικρές, ηρέμησα όμως αρκετά, ησύχασα. Με βοήθησε και η α. Καλή είναι, λίγο χαζή, λίγο ανάλατη, κομματάκι ούφο, μα εντάξει με φτιάχνει· πηδ....σταν καλά. Δε με γεμίζει, δε λέει πολλά στο σεξ, αλλά με ηρεμούσε, με χαλάρωνε. Δεν ξέρω, ίσως την κρατήσω λίγο καιρό αν δεν τη βαρεθώ. Ωχ, πάλι εσύ; Τι θέλεις ξανά εδώ; Α ναι, για μένα έρχεσαι πάλι. Θα κάνω τον αδιάφορο.”Τι θα πιείτε να σας φέρω;” “Μια μπύρα”, είπες. “Τι μπύρα προτιμάτε;” και στις αράδιασα όλες αν και είχαμε ξανακάνει τον ίδιο διάλογο ίσως και δέκα φορές κι ήξερα απ' τη δεύτερη κιόλας την απάντηση. “Μια Άλφα”, είπες και την έφερα σε λίγο.
Φαινόσουν κάπως, σε κοίταξα με τρόπο. Ήσουν περίεργα, απ' τη μια έμοιαζες χάλια, από την άλλη πάλι με έτρωγες με τα μάτια σου. Ναι ρε μλκα, με θες, το ξέρω, το φανερώνουν τα μάτια σου. Αχχ, τι όμορφα που είναι! Έχεις όμορφα μάτια βρε, το ξέρεις; Εμένα μ' αρέσουνε πολύ. Είναι μικρά, είναι στιβαρά, είναι γλυκά και έξυπνα. Μα πάνω απ' όλα λάμπουν, με μια πρωτόγνωρη θέληση και σιγουριά. Με ποθείς ρε συ, ε; Ναι σίγουρα, καίγεσαι μλκα για μένα! “Πώς πέρασες; Πήγες κάπου διακοπές;” ρώτησες ίσα ίσα για να αρχίσεις μια κουβέντα. “Ναι”, απάντησα μειώνοντας λίγο τη φόρα σου. “Καλά πέρασες; Ευχαριστήθηκες; Ξεκουράστηκες;” συνέχισες κάνοντας πάσα για περισσότερα. “Ε, εντάξει μωρέ” απάντησα κι έφυγα. Κρύωσες; Σε πάγωσα, ε; Ήθελες κι άλλα; Ήθελες διάλογο; Ναι, ήθελες. Μα εγώ στα αρχ...α μου, χάθηκε εκείνη η στιγμή· τότε θα ήτανε αλλιώς, τώρα όχι. Τότε θα ήταν όμορφα, θα ήταν μάλλον συγκλονιστικά. Τώρα μας σκότωσα, μας τελείωσα. Εμένα σκότωσα γιατί ήθελα, εσένα σκότωσα γιατί με ποθείς πάντα. Ναι ρε, τα διάβασα τα μάτια σου, καίγεσαι για μένα, καιγόσουν από τότε – 4-5 μήνες πάνε. Μα λέξη δεν είχες πει. Γιατί; Θα έλιωνα βρε αρχ...ι, θα έλιωνα αν μου μιλούσες, έτσι ακριβώς όπως έγραφες. Μα εσύ δεν είπες τίποτα, άχνα δεν έβγαζες. Γιατί; Τόσο πολύ διαφορετικός; Τι είσαι πια; Ήσουν ρε, τώρα όχι, τώρα δεν είσαι, είσαι πια παρελθόν. Σε πέθανα. Με σκότωσα. Μας διέλυσα, ο μλκας. Γιατί;
Άναψα ακόμα ένα τσιγάρο. Τράβηξα και μια γερή γουλιά. “Μικρέ, άσε εμένα να φτιάχνω τα ποτά, τελευταία μέρα.” είπα στον μικρό bartender. Δεν ήθελα να ξαναρθώ κοντά σου. Ίσως λύγιζα. Ξέρεις εσύ, θέλω τόσο πολύ να μαθαίνω τους ανθρώπους κι ας μου είναι άγνωστοι! Πες το κόμπλεξ, ψώνιο αν σ' αρέσει. Θέλω να τους γνωρίζω, να μαθαίνω το κορμί τους, να το χαίρομαι όπως και να 'ναι. Μ' αρέσει να προσφέρω το δικό μου για να βγάζω από μέσα τους όλο τους τον πόθο, να ανοίγονται, να ξεδιπλώνονται, να γίνονται χαλί μπροστά μου, να προσπαθώ να τους καταλάβω, να τους νιώσω, να μπω μέσα τους, να δω τι έχουν, τι μπορούν να μου προσφέρουν! Βίτσιο ίσως. Ναι ρε μλκα, βίτσιο! Και με σένα ήθελα, μα έπαιζα μαζί σου ο ηλίθιος. Έβλεπα το πάθος σου, τον ασίγαστο πόθο και σε έπαιζα. Το π...λί μου έπαιζα ο μλκας. Κι έτσι μας σκότωσα! Για να σε εκδικηθώ, γιατί μου 'μαθες πόσο λάθος ήμουνα, μου έδειξες το πόσο ηλίθια φερόμουν. Μου είπες με τον τρόπο σου το πόσο ξεφτίλας ήμουνα! Με τα ματάκια σου μόνο, τα τόσο υπέροχα. Με πέθανες, το κατάλαβες; Με έσβησες, με μηδένισες, μονάχα με τα μάτια. Κι εγώ σ' εκδικήθηκα, μας σκότωσα ο μλκας, μας πέθανα! Ψόφα τώρα στο τίποτα σου, μάτια μου. Ναι βρε ηλίθιε εαυτέ, ψόφα στους άχρηστους σου, στους κούφιους, στους άσχετους, ψόφα στην ξεφτίλα σου· θάψου στην ανόητη ζωή σου. Αυτή που έχει νόημα την προσπερνάς, δεν την βλέπεις, την αποφεύγεις, τη φοβάσαι, την αγνοείς. Ψόφα λοιπόν στο τίποτα σου.
Άναψα ένα τσιγάρο, έφτιαξα κι άλλο ποτό κι ήπια. Ο τσεκαδόρος με κοίταξε με μισό μάτι. “Πάλι ποτό;” “Ναι ρε, τι θες; Ντέρτια έχω και πίνω, κουμάντο θα μου κάνεις; Άντε και γμσου”, είπα και τσακώθηκα άσχημα μαζί του. Βριστήκαμε άγρια. “Τράβα πηδήξου, ρουφιάνε” είπα και του πέταξα τα λεφτά στη μούρη. “Δε σου 'μοιασα, αδερφάρα” άκουσα πίσω απ' την πλάτη μου καθώς έφευγα. Εσύ, είχες φύγει νωρίτερα, ηττημένος, σκέτο ράκος, κουρέλι ήσουνα, σε είδα. Αν ήσουν μλκα ακόμα εκεί, ίσως και να σε βούταγα απ' το χέρι μέσα στη φούρκα μου και να σε στρίμωχνα σε καμιά γωνιά – τόσες υπάρχουνε εκεί γύρω -, ε και τότε θα γινόταν η συντέλεια του κόσμου, αρχ...ι. Μα τώρα τέλος, είναι πια αργά για ειδυλλιακούς παραδείσους. Σε άφησα μέσα κι εγώ δραπέτευσα. Γιατί εκεί ανήκεις εσύ, όχι εγώ. Εγώ είμαι για αλλού, εγώ είμαι για άλλα· ίσως μου αξίζει η βρωμιά της κόλασης. Εγώ είμαι αλλιώτικος. Είμαι για τον έρωτα, όχι για αγάπες και λουλούδια. Αρχ...ια ρομαντικός είμαι! Είμαι ένα ψέμα, μια απάτη. Είμαι μόνο για τους σαχλούς, τους άσχετους, τους ανίδεους - έτσι έγραφες και μάλλον έχεις δίκιο. Ναι ρε, γι' αυτούς είμαι, όχι για σένα, εσύ αξίζεις κάτι ανώτερο, το απόλυτο σου πρέπει κι εγώ δεν ξέρω αν το 'χω, αν το μπορώ, αν το θέλω. Πέθανε τώρα στο τίποτα σου, γελοίε. Πεθαίνω γμτο μου στο τέλμα μου, στο τίποτα μου, στην ανόητη ζωή μου!
Άναψα ένα τσιγάρο. Πού να είσαι; Πού βρίσκεσαι; Εγώ στην καινούργια μου δουλειά, μήνες τώρα. Σε λίγο καιρό κλείνουμε, πάει τέλειωσε η σεζόν. Κοίταξα δίπλα μου – δεν ήσουν εσύ. Αλήθεια, θα τό 'θελα αυτό; Να είσαι δίπλα μου! Ποιος είναι αυτός; Α ναι, άλλος ένας ηλίθιος, ακόμα ένα ζώο που κοιμάται, άλλο ένα ζώο που πέρασε απ' το κορμί μου, ακόμα ένα λάθος στη galleri της ανόητης ζωής μου, άλλο ένα τίποτα μαζί με τ' άλλα στο τίποτα μου. Εσύ πού είσαι; Στο πουθενά. Πήρα εχτές τηλέφωνο την Τ., δήθεν. Α ναι, άλλη μια μλκία μου κι αυτή. Τόσο καλό κορίτσι και την έφτυσα. Τόσο καλή γυναίκα και την έδιωξα. Τόσο καλά γμσια και τ' αρνήθηκα, για κάποιους σκάρτους. Για έναν ανόητο την ξαπόστειλα κι ύστερα από λίγο, όταν όλα είχαν τελειώσει πια, τον διαολόστειλα κι εκείνον για να πάω στον επόμενο άχρηστο. Πόσο μλκας είμαι Θεέ μου! Πόσο ένας τίποτα μαζί με τα τίποτα μου!
“Πού είναι αυτός;” τη ρώτησα. “Ποιος πάλι;” “Ο γέρος με τις μπύρες στο barάκι” είπα. “Ποιος γέρος; Ποιες μπύρες;” “Με δουλεύεις; Ο ψαρομάλλης στη μεγάλη σάλα, ο μοναχικός κάθε Σάββατο” είπα νευριασμένα. “Α, αυτός; Μα αυτός πίνει μόνο λευκό κρασί!” μου απάντησε. “Πλάκα μου κάνεις; Ο ηλικιωμένος στο 14 πάντα” “Τον ίδιο μάλλον λέμε. Τον μοναχικό στο 14, μα πίνει μόνο λευκό κρασί εκείνος.” “Έστω, εκείνον. Πες τι γίνεται; Τι ξέρεις; Πού είναι;” ρώτησα με αγωνία. “Δεν ξέρω, ιδέα δεν έχω. Ερχόταν κάθε Σάββατο, πάντα μόνος. Έπινε δυο τρία, κάπνιζε αβέρτα σαν αγχωμένος για κάτι, κοίταζε διαρκώς τριγύρω λες και κάτι έψαχνε κι ύστερα έφευγε φανερά λυπημένος. Κοντά στα μεσάνυχτα και λίγο παραπάνω.” “Δεν τον ξαναείδες;” “Όχι, καιρό έχει να φανεί. Μάλιστα την τελευταία φορά, ίσως πριν 3-4 μήνες, είχε κουβαλήσει κι έναν μπούλη μαζί του, ένα μόμολο. Καθόντουσαν μέσα, στο 2 στο παράθυρο. Μιλούσαν, πιο πολύ το χαζό, γελούσαν, έπινε πολύ εκείνος κι από τότε τίποτα, εξαφανίστηκε, χάθηκε.” “Δεν ξανάρθε;” ρώτησα “Όχι. Εσένα τι σε νοιάζει;” “Έτσι. Κάτι του χρωστάω.” “Τι;” “Μια μούντζα” είπα νευρικά “Κατάλαβα, πεπονόφλουδα. Τι έγινε ρε συ, χυλόπιτα;” ”Αει γμσου μωρή βλαμμένη” είπα και της το 'κλεισα στη μούρη.
Άναψα κι άλλο τσιγάρο, έβαλα ουίσκι και το άδειασα, μονορούφι. Απόψε θέλω να πιώ. Αμάν, αυτό είχες ανεβάσει κάποτε! Για μένα αρχ...ι. Ήθελες να καούμε με ποτά και τσιγάρα και το έγραψες, έβαλες μαζί κι αυτό το τραγούδι. Κι εγώ σε έγραψα στα αρχ...α μου, σε γείωσα. Μα τι μλκας που είμαι! Μου μίλησες με τον τρόπο σου, μου είπες τόσο φανερά το πως με θέλεις κι εγώ το π...λί μου. Μου την έπεσες, διακριτικά, κι εγώ το έπαιξα ντίβα. Μας σκότωσα ο μλκας. Με σκότωσα βλάκα, με σκότωσα ο κόπανος.
Γιατί σε σκέφτομαι ρε; Γιατί θέλω να μάθω για σένα; Τι μου είσαι; Ένα τίποτα είσαι για μένα, ένα τίποτα. Τότε, γιατί θέλω να ξέρω; Τι μου έκανες; Τίποτα κόπανε, τίποτα, μόνο με κοίταζες. Και με έσφαξες έτσι! Είδες την ψυχή μου και της μίλησες, είδες τα μάτια μου και μ' ακούμπησες. Κι εγώ μας σκότωσα! Τώρα είσαι το φάντασμά μου, το πιο όμορφο, που τριγυρνάει μέσα στο μυαλό μου και με βασανίζει. Μόνο επειδή δε σου μίλησα, μονάχα γιατί δεν σου γέλασα, επειδή δεν σε πλησίασα! Κι εσύ, με σακάτεψες, με άλλαξες ρε συ, το ξέρεις; Μονάχα με τα μάτια σου, τα όμορφα μικρά γλυκά σου καστανά ματάκια, μάτια μου. Την έδιωξα και την α., ανυπόφορη. Πήγα και δυο μέρες με έναν άσχετο, έναν ηλίθιο, τον ξαπόστειλα κι εκείνον. Κι ύστερα σε σκεφτόμουν για μέρες, μέρες ολόκληρες ρε - εικοσιτετράωρα ξάγρυπνος. Δεν ξαναπήγα με κανέναν, άκουσες; Με κανέναν. Σταμάτησα να δίνομαι, σταμάτησα να χαλιέμαι, να πουλάω το κορμί μου – τσάμπα συνήθως ή για καμιά δόση το πολύ -, να ξεφτυλίζομαι. Ένιωσα πως έχανα την αξία μου. Είπες κάποτε γμμενε πως είμαι μοναδικός, ανεπανάληπτος είπες, ανεκτίμητος και αξιόλογος. Κι εγώ έκλαψα. Γιατί ήμουν και δεν το ήξερα, γιατί μου το έμαθες εσύ. Τι μου έκανες ρε συ! Σε μισώ, γιατί σε έχασα. Σε μισώ γιατί σε έδιωξα. Με μισώ γιατί δεν μας έδωσα μια ευκαιρία. Με μισώ γιατί δεν τόλμησα. Γιατί ήσουν κάτι άλλο, κάτι όμορφο και αγνό, κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο!
Άναψα ακόμα ένα τσιγάρο, μια διαφυγή απ' τα συναισθήματα μας, ένα υποκατάστατο για να προσπαθούμε να γαληνέψουμε την ψυχική μας ανισορροπία. Απόψε θα γίνω τύφλα, στουπί, κουνουπίδι. Όπως και χτες. Και προχτές κι αντίπροχτες και ... Μέρες τώρα μεθάω. Για σένα, μ' εσένα. Ασυνείδητα, χωρίς να σε σκέφτομαι. Δεν παίρνω τίποτα πια, καμιά δόση. Οι δόσεις μου θυμίζουν τους άσχετους, η μαστούρα μου θυμίζει την ξεφτίλα, οι εμετοί ύστερα μου θυμίζουν τον έρωτα. Τον σιχάθηκα· σιχάθηκα τον έρωτα τους, την ξεφτίλα μου! Με σιχάθηκα γιατί έχασα την αγάπη, έχασα εσένα, σε έδιωξα και με σκότωσα. Σκότωσα την αγνότητα, σκότωσα τον εαυτό μου, σκότωσα εσένα. Σκότωσα και τους δυο μας, την ξεφτίλα και την αγνότητα μου που ήταν και δικιά σου. Ήπια μονορούφι άλλο ένα ουίσκι για να ναρκώσω τις σκέψεις μου. Θα φύγω. Θα φύγω μακριά για να με ξεχάσω, να ξεχάσω εσένα, να ξεχάσω την αγάπη – χεσμένο με είχε πάντα. Θα φύγω για να ξεχάσω τον έρωτα, γιατί τον σιχάθηκα, γιατί τον έθαψα όπως κι εσένα. Ήταν πάντα σαχλός, κούφιος, άσχετος κι ανίδεος. Μόνο μαζί σου θα άξιζε πιστεύω. Μα εσύ έχεις πια χαθεί, ίσως και να πέθανες πράγματι. Εγώ μάλλον σε σκότωσα.
Άναψα ένα τσιγάρο. Πόσο αλλιώτικα είναι εδώ! Άλλοι άνθρωποι, άλλη κουλτούρα, άλλες συνήθειες. Πόσο ίδια είναι τα γουρούνια παντού! Μα τα γουρούνια πέθαναν, τα έθαψα. Κι εμένα έθαψα, μέσα στη ρουτίνα, μεσ' τη δουλειά, μέσα στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού. Θαμμένος σ' ένα σπίτι στη Γερμανία. Μέσα στο τίποτα μου. Ένα τίποτα ήμουν πάντα για τους άλλους, στο τίποτα μου πάντα πίστευα, ένα τίποτα πάντα έψαχνα, ένα τίποτα έβρισκα συνέχεια, μ' ένα τίποτα συνήθως πηδ...να, το τίποτα έζησα. Κι όμως πάντα πίστευα πως τα είχα όλα και πως ήμουν αξιοζήλευτος γι' αυτά – τα τίποτα. Πεθαίνω θαμμένος στο τίποτα μου. Μακριά απ' το φάντασμα μου, μακριά απ' τον εαυτό μου – τον μοναδικό, τον αξιόλογο, τον ανεπανάληπτο, τον ανεκτίμητο. Μακριά σου!
Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Ζεις; Υπάρχεις; Με θυμάσαι; Με σκέφτεσαι; Εγώ ναι, πολλές φορές ξεκλειδώνω τη ντουλάπα μου και σε βγάζω από κει μέσα. Είσαι το πιο όμορφο φάντασμα ρε συ, το ξέρεις; Σε κοιτώ στα μάτια και κλαίω, χωρίς να μιλώ, χωρίς να βγάζω λέξη. Κι εσύ με κοιτάς στα μάτια χωρίς να μιλάς και μου αρέσει· ποτέ δε μιλούσες άλλωστε, μόνο με ποθούσες. Εγώ απλά κλαίω γιατί είσαι το φάντασμα μου, είσαι εγώ· ο άλλος μου εαυτός, ο αγνός, ο αθώος, ο παιδιάστικος, ο μοναδικός, αξιόλογος, ανεπανάληπτος κι ανεκτίμητος. Εμένα σκότωσα τότε, εσένα σκότωσα, την αγάπη. Γι' αυτό δεν μπορούσα να τη βρω πουθενά. Γιατί τη σκότωσα κι ήσουν εσύ η αγάπη.
Άναψα ένα τσιγάρο. Μ' αγαπούσες; Από τότε ρε συ; Ναι βρε, πέθαινες για μένα· όχι για το κορμί μου, για την ψυχή μου πέθαινες, αυτήν αγαπούσες. Την αγνότητα μου αγάπησες, τον καλό μου εαυτό, εμένα το ρομαντικό, τον παιδιάστικο και αφελή. Μα σε σκότωσα και μ' αυτή μου την πράξη αυτοκτόνησα. Έχασα κάθε αγνότητα, κάθε αθωότητα, κάθε καλοσύνη που είχα κρυμμένη μέσα μου. Σκότωσα ότι καλό είχα, την αγάπη μου για κάθετι που έχει αξία. Έλεγα πως αγαπώ μόνο τον εαυτό μου, μα στ' αλήθεια δεν τον αγάπησα ποτέ, γιατί δεν του έδωσα ποτέ όση αξία είχε, μονάχα την επιφάνεια του φρόντιζα γιατί είχε αξία για τους άλλους, αυτούς που δεν ξέρουν από αξίες, αλλά από κορμιά. Τώρα πια κατάλαβα γιατί τον έφερες αυτόν εκεί – για να ζηλέψω, να με κάνεις να μιλήσω, να εκδηλωθώ. Ήθελες να ακούς τη φωνή μου, να κοιτάς τα μάτια μου, να αφουγκράζεσαι τη ψυχή μου όταν θα μου έλεγες “σ' αγαπώ”. Δεν τα είχες ποτέ μαζί του, ποτέ δεν θα μπορούσες κάτι τέτοιο, δεν σου άξιζε. Προκάλυψη ήταν, φίλος σου ίσως – ναι λογικό. Μόνο για την κουβέντα τον έφερες, για να αρχίσω να σου μιλάω. Ντρεπόσουν, φοβόσουν την λαμπερή, απρόσιτη για τα μέτρα σου, υπερτιμημένη μου εικόνα, την αντίδραση μου στα αγνά σου συναισθήματα. Μόνο έτσι θα μου άνοιγες την καρδιά σου, αν σου έδινα πάτημα, όμως δεν το έκανα.
“Αν σ' αγαπούν να μάθουν να στο λένε κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις”.
Δεν ήξερες πως να το πεις, γι' αυτό τον έφερες εκεί. Κι εγώ ο περπατημένος δεν είδα τίποτα· τόσο σαΐνι είμαι! Ενώ προσπαθώ να την κλέψω από τους άλλους – εκεί που δεν υπάρχει και δεν έχουν -, με σένα δεν την είδα, ενώ υπήρχε γμτο μου. Τυφλώθηκα. Αν ήξερα, θα στην έκλεβα, θα σε έκλεβα βρε. Ναι, θα σε έπαιρνα μακριά απ' όλα κι όλους, να σε έχω μόνο δικό μου. Μα στραβώθηκα απ' την πολλή σιγουριά, την υπερβολική τρομάρα μου αυτοπεποίθηση. Μλκας είμαι και δεν το 'χω συνειδητοποιήσει!
Άναψα τσιγάρο. Αν ζεις έλα. Αν ζεις σε θέλω. Αν ζεις θα σ' αγαπήσω, είσαι κάτι μοναδικό. Αν ζεις θέλω να καούμε μαζί, όπως το τσιγάρο που ρουφάω. Μέχρι την αιωνιότητα όμως. Αν ζεις θα σ' αγαπώ για πάντα. Γιατί μου έμαθες τον εαυτό μου, μου έδειξες τον εαυτό σου - την αγάπη. Μονάχα κοιτώντας με.