Η συνέχεια…
Το αμάξι έφτασε μπροστά στο σπίτι. Η μηχανή έσβησε. Η μουσική έκλεισε και την θέση της πήρε η σιωπή. Αυτή είχε ακόμα το κεφάλι της στο παράθυρο, τα χέρια σου κρατούσαν σφιχτά το τιμόνι, το βλέμμα σου κρύο κοιτούσε την είσοδο της πολυκατοικίας. Πέρασαν αρκετά λεπτά που απλά καθόσασταν εκεί μέσα χωρίς να λέτε τίποτα, τα βλέμματα σας δεν άλλαζαν τον στόχο τους και τα σώματα σας έμεναν παγωμένα με εκφράσεις που δεν μπορούσε κανείς να τις περιγράψει. Πόνος στο πρόσωπο της, απογοήτευση στα μάτια της, στεγνά δάκρυα στα μάγουλα της και θυμός στα χείλια της. Εσυ; Εσύ ανέκφραστος, μάτια κενά, πρόσωπο νεκρό, σαν να μην ένιωθες, σαν να μην ήθελες να δεχτείς ότι όλο αυτό τελείωσε, ότι σε κατάλαβε, ότι την έχασες. Αποφάσισε να είναι αυτή η δυνατή της υπόθεσης. Κατέβηκε από το αμάξι και με αργές κινήσεις έκλεισε την πόρτα. Δεν είχε σκοπό να την χτυπήσει. Δεν χρειαζόταν άλλο ένα ξέσπασμα. Δεν υπήρχε λόγος να νευριάσει άλλο μαζί σου. Ότι έγινε έγινε. Ότι άρχισε μεταξύ σας τελείωσε. Ότι υπήρξε έπαψε να υπάρχει. Με την σειρά σου την ακολουθησες. Όταν έφτασε στην πόρτα έκανε στην άκρη και περίμενε να έρθεις. Επάνω στην σύγχυση της ξέχασε τα κλειδιά της και τώρα σε χρειαζόταν για να μπει μέσα. Σε χρειαζόταν. Αστείο εε; Τελευταία φορά είπε από μέσα της. Έφτασες. Έβγαλες τα κλειδια σου στα οποία κρεμόταν εκείνο το άσχημο μπρελόκ που σου είχε πάρει από ένα επαγγελματικό της ταξίδι στο Βερολίνο. Ξέρεις από εκείνα που πηγαίνεις και στην πραγματικότητα δουλεύεις, όχι σαν εκείνα τα 3ημερα που πήγαινες με την κοπέλα σου. Άνοιξες και αυτή μπήκε μέσα. Τα μάτια σου δεν μπορούσαν να συλλάβουν τι είχε γίνει στο δωμάτιο. Γυαλιά παντού. Σκισμενες φωτογραφίες στο πάτωμα. Το χαλί κόκκινο. Και σε όλα αυτά ερχόταν να κάνει την αντίθεσή η μυρωδιά του αγαπημένου σου φαγητού. Τότε το βλέμμα σου έπεσε επάνω στην τούρτα στο τραπεζάκι του σαλονιού. 27 κεράκια. Είχε τα γενέθλιά της. Η πραγματικότητα σε χτύπησε με τέτοια δύναμη που ένιωθες οτι άμα δεν στεκόσουν μπροστά στην κλειστή πόρτα το σώμα σου θα έπεφτε πίσω. Αυτή πήγε και έκατσε στο παράθυρο. Και κοιτούσε έξω. Ήταν σαν να μην είχε προσέξει δευτερόλεπτο τι είχε γίνει. Ήταν τόσο ήρεμη. Το φως έπεφτε τοσο απαλά στο πρόσωπο της. Τα μάτια της έλαμπαν καθώς οι ακτίνες διαπερνούσαν τις κόρες της . Τα μαλλιά της ανέμιζαν στο απαλό αεράκι του φθινοπώρου. Και εσύ είχες μείνει εκεί ακίνητος να κοιτάς το ποσό ξεχωριστη ήταν. Και τότε εσύ ήσουν αυτός που θυμήθηκε για την την ερωτεύτηκε. Αλλά δεν μπορούσες να της το κάνεις άλλο αυτό. Με κάθε δύναμη που είχες καταπολέμησες την δειλία σου και την πλησίασες. Το χέρι σου πήγε να την ακουμπήσει, μα κατάλαβες πως δεν το άξιζες αυτο. Έχασες το δικαίωμα να την ακουμπάς την στιγμή που αγκάλιασες κάποια άλλη. “Πρέπει να μιλήσουμε.” Μια φωνή ακούστηκε και δεν πίστευες ούτε ο ίδιος ότι κατάφερες να της το πεις. Αυτή δεν ανταποκρίθηκε. Σήκωσε το βλέμμα της και σε κοίταξε. “Εντάξει” είπε και γύρισε να σηκωθεί. Πηγές να την βοηθήσεις αλλά αυτή απέρριψε το χέρι σου. Δεν σε είχε ανάγκη. Είχε ανάγκη να μάθει να ζει χωρίς εσένα. Σηκώθηκε όρθια και υπερήφανη μπροστά σου ,προσπαθώντας να κρύψει τον πόνο της. Σε κοίταξε στα μάτια με βλέμμα που σε μαχαίρωσε όπως μαχαίρωσε αυτήν η προδοσία σου. “Πόσο καιρό;” σε ρώτησε. Είχε αρχίσει ο πόλεμος μεταξύ σας επίσημα. Σώματα σε θέση μάχης. “Τέσσερις μήνες.” Είπες και ενώ ήθελες να κοιτάξεις το πάτωμα από την ντροπή σου, δεν σταμάτησες να κοιτάς το πρόσωπο της . “Συγγνώμη ” είπες. “Τόσο λίγο μόνο;” σου είπε αυτή και ξαφνικά ένα τραγικό ειρωνικό γέλιο έφυγε από τα χείλια της. Ξέρατε και οι δύο ότι ήταν ασπίδα. “Θα μου το έλεγες;” σε ρώτησε. “Ήθελα να στο πω , αλλά δεν μπορούσα. ” Σιωπή. “Γιατί δεν μπορούσες να μου το πεις;” Οι σκέψεις της φώναζαν στο κεφάλι της να φύγει. Να σε αφήσει εκεί. Ήξερε πως δεν θα είναι δυνατή αρκετά για αυτή την συζήτηση. “Σε αγαπώ , Για αυτό δεν στο είπα.” Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν πλέον. “Άμα με αγαπούσες δεν θα μου το έκανες αυτο. Άμα με αγαπούσες θα ήσουν εδώ. Άμα με αγαπούσες θα πονούσες στην ιδέα του να με ακουμπάει κάποιος άλλος. Και όμως, εσένα σε ακουμπούσε αυτή κάθε βράδυ. Άμα με αγαπούσες δεν θα ήσουν μαζί της.”“Γαμωτο γιατί μου το έκανες αυτο;” ένα βήμα μπροστά, ένα βήμα πίσω. Προσπαθούσε να κρατηθεί να μην σου ορμήσει. Φώναζε συνεχώς γιατί, Γιατί και εσύ σιωπηλός. Ώσπου κάποια στιγμή ακούστηκε και η δική σου φωνή πιο δυνατά από ποτέ. “Γιατί την αγαπώ γαμωτο.” Είπες και όταν κατάλαβες τι είπες σιώπασες . Κοίταξες το πάτωμα και σιωπασες . Και αυτή ένιωσε το βαθύτερο μαχαίρι να την διαπερνά. Την αγαπάς. “Την αγαπώ γαμωτο,την αγαπώ.” Επαναλαμβάνες σιωπηλά. Έβγαζες και έβαζες το μαχαίρι στην πληγή της. “Σκάσε. Μην μιλάς αλλο. Σταματά. Σταματά σε παρακαλώ .Σταματά ” Ο θυμός της σε δευτερόλεπτα έγινε δάκρυα. Και εσύ επαναλάμβανες συνεχώς τις συγγνώμες σου. “Σε κάνει να γελάς περισσότερο; Σε αγκαλιάζει περισσότερο; Σε κάνει να νιώθεις περισσότερα; Σε βοηθάει περισσότερο; Ηταν πιο όμορφη ή πιο αδύνατη; Μαγειρεύει καλύτερα από εμένα; Σε αγαπάει περισσότερο; ” Και το κλαμμα έγινε απόγνωση. Και η προδοσία σου τροφή για τις ανασφάλειες της. “Πες μου σε τι είναι καλύτερη από εμένα; Σε παρακαλώ πες μου. Και στο υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω να γίνω ότι και αυτη. Θα μάθω να μαγειρεύω καλύτερα και θα σε αφήνω να ακούς ότι θέλεις στο αμάξι και θα σε αγκαλιάζω συνεχώς και θα πηγαίνουμε όπου θέλεις και δεν θα λέω τίποτα όταν αφήνεις το γραφείο σου άνω-κάτω και θα πηγαίνω εγώ για ψώνια και θα σε ξεκουράζω εγώ και θα προσέχω τι τρώω και…” Σταμάτησε. Σταμάτησε τον μονόλογο της. Γιατί σε είδε να κλαις. Και χωρίς να πει τίποτα έτρεξε δίπλα σου . “Όχι όχι μην κλαις ,δεν φταις εσυ. Εγώ φταίω που δεν ήμουν αρκετη. Σε παρακαλώ μην κλαις.” Μέσα της ένας εμφύλιος. Να τον αγκαλιάσω ή όχι σκεφτόταν. Φοβόταν να σε ακουμπήσει. Ακόμα και τωρα σε έβλεπε βρώμικο από το άγγιγμα της. Εσύ συνεχισες να δακρύζεις. Πήγε να σε πλησιάσει και εσύ έκανες πίσω. Την απέρριψες ακόμα και μετά από όλα όσα σου είπε. Ήταν η μόνη στιγμή που ήσουν σωστός απέναντι της. Ήξερες πως δεν σου άξιζε.“ Συγγνώμη αλλά δεν το αξίζεις αυτό. Δεν μου αξίζεις.” Και έτσι έφυγες. Τα χέρια της που προσπάθησαν να σε πλησιάσουν έπεσαν στο πλάι μαλακά. Και εσύ έκανες βήματα πίσω και έφυγες. Κάθε βήμα σου προς τα πίσω ήταν σαν ένα βάρος ακόμα που την πίεζε προς τα κάτω. Έφτασες στην πόρτα. Και αυτή βρισκόταν στο πάτωμα . Και σε κοιτούσε να φεύγεις. Τα μάτια σας συναντήθηκαν μια τελευταία φορά. Εσύ τράβηξες αργά βασανιστικά την πόρτα κοιτώντας την εικόνα της να χάνεται πίσω από το άνοιγμα. Αυτή σηκώθηκε και έτρεξε μέχρι το παράθυρο σας, το πρώην παράθυρο σας. Και σε είδε να φεύγεις. Και σου φώναζε. Σε παρακαλούσε. Να μην φύγεις. Σε ικετεύω να μην την εγκαταλείψεις. Και εσύ οδηγουσες με δάκρυα στα μάτια και την κοιτούσες από το καθρέπτη να πονάει στο σημείο σας. Την είδες να υποφέρει εκεί που την έκανες ευτυχισμένη. Την άφησες μόνη στο παράθυρο σας…