Ήρθε την πρώτη φορά.
Μόνος του κανεις δε τον πίεσε. Έχτισε θεμέλια, είχαμε λέει μέλλον.
Έφυγε για 5 μήνες.
Ήρθε την δεύτερη φορά. Εκεί νόμιζα θα μείνει για παντα. Έχτισα το για παντα. Τσιμέντο και μπετό, δε θα ξαναφύγει έλεγε. Έμεινε 2 χρόνια ακριβώς. Έφυγε ξανά.
Ούτε τρεις μήνες δεν άντεξε μακριά.
Επέστρεψε και Τρίτη φορά. Φωτιά και θειάφι. Κανεις δεν έχτισε. Τίποτα δεν είχε γκρεμιστεί, και ας προσπάθησα να τα διαλύσω όλα. Και ας έριξα φωτιά. Ότι είχε χτιστεί ήταν εκεί. Αλλά το είχε μαυρίσει η φωτιά. Το είχαν χαράξει οι πληγές, το είχαν λερώσει τα μεγάλα λόγια. Ήταν εκεί υπήρχε, απλά κρίθηκε μη κατοικήσιμο.

















