είχα πει πως έκλεισα, πως δε θα ξανά ψάξω, καμία φωνή, κανένα πρόσωπο. δε μου έλειπε εκείνο το κάψιμο στο στήθος.
κι έπειτα ήρθες εσύ - χωρίς προειδοποίηση, σαν να ήξερες πού να πατήσεις για να μη με πονέσεις.
μου θύμησες πως ακόμη μπορώ να νιώσω, να κοιτάω μια οθόνη και να έχει σημασία.
δε σε έχω δει, μα πέρασες μια φορά απ’ τη σκέψη μου και ξέχασες να φύγεις. με τον καιρό όλα θολώνουν, εκτός από σένα - γιατί δεν έμαθες ποτέ να φεύγεις.
ίσως να μη βρεθούμε ποτέ - όχι γιατί δε θέλαμε, αλλά γιατί δε «χωρέσαμε».
κι αναρωτιέμαι αν σε συναντούσα στ’ αλήθεια, θα είμαστε αυτό που νιώσαμε ή θα ψάχνω κάτι που έζησα μόνο μέσα μου;














