Ο ήλιος πέφτει και με τυφλώνει, ενώ προσπαθώ να μην πατήσω κάποιο καλογυαλισμένο ασημικό στις ελαφρώς λερωμένες μπουχάρες. Ψάχνω μέσα στο πράσινο σακίδιο μου να βρω τα γυαλιά ηλίου. Επιτέλους τα βρίσκω ανάμεσα σε κάτι τσαλακωμένες αποδείξεις και τετράδια. Τα βάζω και ταυτόχρονα ο κάπως καφετί φακός λειτουργεί σαν κάποιο βίντατζ φίλτρο του ίνσταγκραμ, πράγμα που κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ρομαντική και ταιριαστή. Μέχρι τη στιγμή βέβαια που κάποιος θα με πατήσει με κανένα άδειο (αν είμαι τυχερή) καρότσι. Μα δεν παραπονιέμαι για πολύ ώρα. Κάθε φορά η ίδια ισορροπημένη αγωνία. Θα βρω επιτέλους κανέναν χαμένο θησαυρό;
Πρώτη φορά το έμαθα σαν φλόμαρκτ, εκεί πάνω στην κρύα Γερμανία. Οι παιδικές μου μπούκλες έπεφταν στο πρόσωπό μου κάθε φορά που κοιτούσα πάνω από κάποιον πάγκο. Σκουριασμένα κλειδιά που κλείδωσαν μακριά τέρατα σε σκοτεινά μπουντρούμια και ψάχνουν τώρα πια το νέο φύλακά τους, σετ από πορσελάνινα σερβίτσια που βγήκαν κατευθείαν από τη Χώρα των Θαυμάτων και με πιάνω να κοιτάω, ψάχνοντας να βρω κανένα βιαστικό λαγουδάκι, να το ακολουθήσω μπας και ολοκληρωθεί το όνειρο, όμορφα πολύχρωμα φορέματα και καπέλα και βιβλία, τόσα βιβλία. Μέχρι σήμερα αυτό το περίεργο σκίρτημα στην καρδιά δεν λέει να αποδυναμωθεί, όταν δω ότι έχει γραφτεί κάτι πάνω τους. Είναι αφιέρωση, κάποια ξεχασμένη υπενθύμιση, ένας στίχος, κάποιο δάκρυ ή λίγο λάδι από το φαγητό εκείνο. Μα εγώ αυτά τα αγάπησα αν και ας δεν είναι δικά μου.
Είναι περίεργο, αν και 7χρονών κοριτσάκι ένιωθα να έχω ζήσει για πολλών ανθρώπων τις ζωές. Φανταζόμουν να ήμουν εκείνη που πρωτοδιάβαζε εκείνο το βιβλίο, εκείνος που κρατούσε το χρυσό ρολόι, εκείνη που πουδράριζε τη μύτη της με τούτο το καθρεφτάκι και εκείνος που φορούσε κρυφά το μεταξένιο φόρεμα. Κοίταξα μέσα στο πορτοφολάκι μου. 5 ευρώ και κάτι κόκκινα.
Τι να πάρω; Τι να πάρω; Τι θέλω; Τι θα ήθελα; Το θέλω αυτό;
Μέχρι σήμερα οι ερωτήσεις αυτές ηχούν μέσα μου. Προσπαθώ να τις τιθασεύσω και να χαμηλώσω την έντασή τους στο 1. Θέλω να το απολαύσω όλο αυτό δίχως το εκ γενετή άγχος μου. Το ρομαντικό φίλτρο από τα γυαλιά μου βοηθάει την όλη κατάσταση. Σιγά σιγά ο χρόνος παύει να κυλά, άλλωστε στα παλιοπάζαρα δεν υπάρχει, σταματάει αναπόφευκτα. Σίγουρα με έχουν επηρεάσει όλα εκείνα τα βιβλία φαντασίας που έχω διαβάσει, αλλά όσο ενήλικας και να νομίζω πως δείχνω, η παιδικότητα μου δεν μπορεί να μην ξυπνήσει όταν διαπιστώνει ότι υπάρχει μπροστά της μαγεία.
Τόσες υφές και χρώματα, τόσες μυρωδιές, τόσες φωνές και ήχους, τόσες γεύσεις που αναμένω να αισθανθώ με κάθε διάβα μου. Να γίνουν ένα με την ύπαρξή μου.
Τα 5 ευρώ θυμάμαι τα είχα διαθέσει στο βιβλίο με την Αλίκη και το Κουνέλι. Τι γλυκιά ειρωνεία, πόσο αστείο που μου είχε φανεί τότε. Ένιωσα ότι ήταν κάτι το σημαδιακό.
Κάθε επίσκεψη είναι κάτι το διαφορετικό. Σαν να ερωτεύεσαι για πρώτη φορά ξανά και ξανά. Να ζεις έναν γνώριμο έρωτα από την αρχή. Έκφραση κλισέ, αλλά πέρα για πέρα αληθινή. Τις μπούκλες μου τις μαζεύω πια για να μπορώ να βλέπω με περισσότερη διαύγεια θέλοντας να είμαι έτοιμη για τον επόμενο θησαυρό που θα κάνω δικό μου. 22 χρονών αλλά κάτι περισσότερο κάθε φορά.
One man’s trash is another little, tiny, petite humans’ treasure