Κι όταν θα ξαναπατήσω το τσιμέντο σου στο λιμάνι,
και νιώσω την ζέστη να διαπερνάει τα λεπτά μου πέδιλα,
τη ζέστη που μαζεύει όλη μέρα το οδόστρομα,
μυρίσω την ένωση του θαλασσινού νερού με τον φρέσκο καφέ, τις ψημένες κρέπες και το ελληνικό παραδοσιακό νησιώτικο σουβλάκι,
θα 'χω φτάσει στον προορισμό.
Θα ανοίξω την ξεβαμένη πόρτα και τα τζάμια που κοιτάνε τη θάλασσα,
θα κάτσω στο μπαλκόνι να χαζέυω με τις ώρες την ακρογυαλιά,
την ηρεμία της γαλανής θάλασσας. Θα διαβάσω και ένα βιβλίο
παρέα με τα τζιτζίκια που σκάνε εκείνη την εποχή και φωνάζουν για κανά ανεμιστήρα.
Κι μετά- θα κοιμηθώ, θα κάνω ύπνο κάτω από τη δύση και το απογευματινό φως, με ένα ελαφρύ σεντόνι να με ακουμπάει.
Έτσι ακουμπάει και η θάλασσα, μαλακά, ήμερα σαν το σεντόνι,
σε τυλίγει και εσύ παίρνεις την ζεστασία της,
πόσο εύκολα θα ξεκουράζαμε όλοι το κορμί μας πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, σκεπασμένοι από το αλατισμένο νερό.
Έτσι αγαπάνε όλες οι θάλασσες μονάχα,
κι αν τους αφηθείς θα σε κάνουν δικό τους μια για πάντα.
Όμως η γαλαζιοπράσινη θάλασσα εκείνη που νοσταλγεί κανείς,
αυτή που νοσταλγώ εγώ, δεν είμαι δική της παρά είναι δική μου.
Την κοιτώ από το μεγάλο μπαλκόνι και αναρωτιέμαι ποίος σκέφτηκε αυτή την ομορφία.
Την κοιτώ και αναρωτιέμαι, θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο μεγάλος αυτός ο Θεός;
Ποιός μπόρεσε άραγε να σκιαγραφίσει την ομορφία της Σκιάθου;