Επιτέλους καλοκαίρι. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος επισκεφτήκαμε το πατρικό της μητέρας μου για διακοπές. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή ‐δεν θα ήμουν 8 χρονών;‐ ανυπομονούσα πως και πως να έρθω, να παίξω στη θάλασσα ως αργά το απόγευμα και, τέλος, να βγούμε οικογενειακώς στην πόλη που βρίσκεται κοντά στο χωριό. Μα σήμερα, στα 16 μου, όλα είναι αλλιώς.
Ο κόκορας από το γειτονικό σπίτι με ξύπνησε νωρίς, είναι μόλις 06:30. Μάλλον ξέχασα να κλείσω τα παντζούρια χθες βράδυ, αφού οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν στα μάτια μου.
Ξημέρωσε όμορφη μέρα σήμερα.
Σηκώνομαι αργά από το κρεβάτι. Θυμάσαι; Έχω χαμηλό σίδηρο και πρέπει να προσέχω μην ζαλιστώ, άρα πρέπει να αποφεύγω τις απότομες κινήσεις. Αφού έπλυνα το πρόσωπό μου, έβαλα ένα λευκό φόρεμα ως τα γόνατα, είναι πολύ όμορφο κι ας μην μ'αρέσει το λευκό σαν χρώμα. Το ερωτεύτηκα. Όλοι λείπουν από το σπίτι. Περίεργο, είναι πολύ νωρίς.
Έκρυψα τα κλειδιά κάτω από την γλάστρα που βρίσκεται δίπλα στην εξώπορτα και ξεκίνησα να κατεβαίνω τα σκαλιά. Μέχρι να φτάσω στον δρόμο, μύρισα κάθε λουλούδι που υπήρχε στους κήπους δεξιά και αριστερά των σκαλιών. Μυρίζουν τόσο όμορφα. Τα ερωτεύτηκα.
Στην διαδρομή μου για τον φούρνο του χωριού, οι άνθρωποι που βρίσκονται στις αυλές του σπιτιού τους συνήθως με χαιρετούν με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο, πράξη που κάνει τη μέρα μου ομορφότερη.
Μόλις πέρασα έξω από το πρώτο σπίτι. Εδώ μένει η γιαγιά μιας παιδικής μου φίλης, ένας άνθρωπος πάντοτε εύθυμος. Σήμερα, όμως, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είναι ψυχρά. Διακρίνω μια θλίψη στα μάτια της. Δεν μου έδωσε σημασία και συνέχισα τη διαδρομή μου.
Να και το σπίτι του "προέδρου". "Πρόεδρο" ονομάσαμε ένα αγόρι από την παρέα μας, μεγάλη ιστορία για άλλη φορά. Αυτός κοιμάται ως αργά το μεσημέρι, μα τώρα είναι ξύπνιος. Κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα του κήπου και το βλέμμα του είναι καρφωμένο στο κενό. Κλαίει;
Σταμάτησα να παρατηρώ τα σπίτια που άλλοτε οι κάτοικοί τους μου χαμογελούσαν, αφού τα παράθυρα και οι πόρτες των υπολοίπων είναι ερμητικά κλειστά.
Έφτασα στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου μερικοί παππούδες ‐αρκετά μεγάλοι θα έλεγα‐ πίνουν από νωρίς τον καφέ τους και συζητάνε για πολιτικά. Τι πιο συνηθισμένο; Μα, γιατί ο φούρνος είναι κλειστός;
Κοιτάζω δεξιά μου και βλέπω το πλακόστρωτο δρομάκι δίπλα στο ποτάμι. Βέβαια, ποτάμι χωρίς νερό δεν έχω ξαναδεί, φταίει το γεγονός ότι είναι το πιο ζεστό καλοκαίρι. Εκεί βρίσκεται ένα αδέσποτο σκυλάκι, με το οποίο παίζουμε καθημερινά, καθώς και το φροντίζουμε. Το αγαπημένο του παιχνίδι είναι να μας φέρνει ένα κλαδάκι, να το πετάμε μακριά και να τρέχει να μας το επιστρέψει. Είναι κάτι σαν ραντεβού, αφού κάθε πρωί στις 7 τον συναντώ με το κλαδί στο στόμα του. Να τος, τον βλέπω να τρέχει φέρνοντας το κλαδί, μα στη θέση μου δεν βλέπει κανέναν, παρά μονάχα το χωριό να απλώνεται μπροστά του. Ο σπαρακτικός ήχος του κλάματός του μου τρύπα την καρδιά, ενώ τον παρατηρώ να απομακρύνεται και στη συνέχεια το δρομάκι μένει άδειο.
Γύρισα στο σπίτι, η οικογένειά μου έχει επιστρέψει. Βλέπω τη γιαγιά μου να στέκεται κάτω από τη μουριά που φυτέψαμε πριν 7 χρόνια, όταν χάσαμε τον παππού μου. Ήταν ένα μικρό δεντράκι με ένα κλαδί για κορμό, μα τώρα ο ίσκιος της καλύπτει τη μισή αυλή. Την βλέπω να κοιτάζει τον ουρανό και να έχει δακρύσει.
Ανεβαίνω βιαστικά τα τελευταία σκαλιά και μπαίνω στο σπίτι. Πρώτα αντικρίζω τον αδερφό μου, τον άνθρωπο που τσακωνόμαστε καθημερινά, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Βρίσκεται πάνω από τον νιπτήρα και κοιτάζει αφηρημένα στον καθρέφτη. Τα μάτια του είναι κόκκινα. Ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό του και ύστερα μπαίνει στο δωμάτιο. Τον ακολουθώ και τον βλέπω να αγκαλιάζει τη μητέρα μου, η οποία είναι πεσμένη στο πάτωμα και στέκεται στα γόνατά της. “Είναι εδώ. Είναι ψέμα. Δεν γίνεται να έχει φύγει το κοριτσάκι μου.„ την ακούω να επαναλαμβάνει με λυγμούς. Εδώ είμαι, γιατί δεν με βλέπεις; Στην κουζίνα βρίσκεται ο πατέρας μου. Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό του, αφού είναι κρυμμένο ανάμεσα στις παλάμες του. Έπειτα από λίγο, αντιλαμβάνομαι πως κλαίει και αυτός.
Ξημέρωσε όμορφη μέρα σήμερα.
Σήμερα ερωτεύτηκα. Ερωτεύτηκα τα απλά πράγματα, τα λουλούδια στον κήπο, το στεγνό ποτάμι και το σκυλάκι, τους κατοίκους του χωριού. Ερωτεύτηκα τη ζωή. Ήθελα τόσο πολύ να τη χαρώ, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Σαν να μην έκοψα το νήμα χθες βράδυ, σαν να μην φύσηξε ένας δυνατός αέρας και έσβησε τη φλόγα του κεριού μου. Σαν να μην χάραξα τη γραμμή που σήμανε και το τέλος.
Ήθελα να ζήσω. Μα δεν μπορούσα, αφού μου είχα στερήσει πλέον τη δυνατότητα αυτή.