Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα
Χαρά: Την άλλη φορά νόμιζα πως τό 'χες πάρει απόφαση.
Αλέκος: Τι απόφαση;
Χαρά: Να μείνεις.
Αλέκος: Πού να μείνω;
Χαρά: Στον τόπο σου.
Αλέκος: Έλα μωρέ ο τόπος μου. Ποιος τόπος μου; Ο δικός μου τόπος είναι αυτή η κάμαρα. Ένα παλιοκρέβατο, μια κουτσή καρέκλα, μια κασόνα αντί για τραπέζι. Όταν φυσάει, τα τζάμια είναι σπασμένα, μπαίνει ο αέρας. Όταν βρέχει, βάζουν τα κεραμίδια νερό, κοιμάμαι με ανοιχτή ομπρέλα. Κι άσε την ερημιά δηλαδή... Κοιμάσαι μόνος, ξυπνάς μόνος, ντουβάρι. Δεν έχεις έναν άνθρωπο να πεις καλημέρα.
Χαρά: Κι εγώ δηλαδή τι είμαι; Δεν είμαι άνθρωπος;
Αλέκος: Καλά, μην το παίρνεις έτσι.
Χαρά: Όχι, έτσι το παίρνω. Εγώ δεν υπάρχω για σένα;
Αλέκος: Στάσου ρε φίλε! Δεν είπα τίποτα.
Χαρά: Μη με λες φίλε!
Αλέκος: Τι είπες;
Χαρά: Μη με λες φίλε! Δεν είμαι άντρας, είμαι γυναίκα.
Αλέκος: Αυτό το λες πρώτη φορά.
Χαρά: Εσύ πρώτη φορά το βλέπεις;
Αλέκος: Μα το Θεό δε σε καταλαβαίνω.
Χαρά: Γιατί κάνεις τον έξυπνο, αλλά είσαι βλάκας, γι' αυτό. Γιατί είσαι τυφλός, γιατί είσαι αναίσθητος!
Αλέκος: Ρε φίλε!
Χαρά: Μη με ξαναπείς φίλε! Με λένε Χαρά κι είμαι γυναίκα! Μια κοινή γυναικούλα όπως όλες οι άλλες. Χαζή, τρυφερή, ονειροπαρμένη, μια γυναίκα που... [παύση] Άκου, δεν ξέρω πώς το λες εσύ, πες το όπως θέλεις. Αγάπη, σαχλαμάρα ή πράσινο άλογο. Εγώ όμως ξέρω ότι κάθε φορά που μαθαίνω πως πας να φύγεις πεθαίνω, μ' ακούς; Ξεψυχώ. Μου κόβεται η ανάσα. Και κάθε φορά που σε φέρνουν πίσω απ' αμπάρια και τα φουγάρα των πλοίων, εγώ είναι σαν να ξαναζώ απ' την αρχή. Σαν να μου χαρίζουν τον κόσμο. Και δεν κλαίω από λύπη όπως νομίζεις, αλλά από χαρά. Από χαρά! Μ' ακούς βλάκα;
















