Δεν την αγαπούσε. Όχι, ματιά μου δεν την αγαπούσε. Απλά δεν ήθελε να είναι μόνος μέσα σε έναν κόσμο αδιάφορο και περαστικό. Δεν την αγαπούσε γιατί δεν καταστρέφεις τόσο αδίσταχτα τον άνθρωπο που αγαπάς. Δεν την αγαπούσε γιατί είχε τόση αγάπη για τον εαυτό του, ώστε να μην έχει φυλάξει τίποτα για εκείνη. Δεν την αγαπούσε γιατί αν για μια στιγμή την είχε αγαπήσει θα της έδινε πίσω όλα αυτά που απλόχερα του είχε δώσει. Καταλαβαίνεις τώρα, καρδιά μου γιατί οι άνθρωποι δεν δίνουν; Έχουν σιχαθεί να δίνουν και να δίνουν και να δίνουν, δίχως να παίρνουν. Μάταια πίστευε, λοιπόν πως ήταν ο ένας. Την κατέστρεψε και ούτε μια στιγμή θλίψης δεν ένιωσε για όλα τα βάσανα που της χάρισε. Μην με ρωτάς, λοιπόν, ψυχή μου γιατί δεν νιώθω πια. Η καρδιά μου έγινε αγνώριστη πριν πολύ καιρό. Την έφαγαν οι λύκοι ξημερώματα όταν ούρλιαζαν από μοναξιά εκείνο το βράδυ, ξέρεις, τότε που μου είπες πως δεν με αγαπάς. Αν αναρωτηθείς ποτέ που πήγα, ψάξε με σε όλα τα όνειρα που είχα για εμάς• στο μέλλον που μάταια πίστευα πως είχαμε. Εκεί, λοιπόν να με ψάξεις. Εκεί θα με βρεις. Ή μάλλον, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μην τολμήσεις να ξαναρθείς. Μου τελείωσες, ψυχή μου. Μου τελείωσε.













