(Η απόσταση χωρίζει τα πάρτυ, η ενοχή ενώνει τα σώματα.)
Εντελώς τυχαία, εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, εγώ και ο Λάμπρος είχαμε κανονίσει να πάμε σε πάρτι. Σε διαφορετικά πάρτι, βέβαια. Εκείνος σε ένα πάρτι γενεθλίων, κι εγώ σε ένα ΒDSΜ event. Το αστείο της υπόθεσης ήταν πως και οι δύο θα βρισκόμασταν στο ίδιο κτίριο, στο ίδιο μέρος, αλλά σε διαφορετικό όροφο. Εκείνος στο υπόγειο, κι εγώ στον πρώτο. Δεν ήμουν σίγουρη αν θα κατάφερνα να τον δω στα κρυφά, αφού θα ήταν με τους συναδέλφους του.
Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή..
Εκείνο το βράδυ ήθελα να ξεχωρίσω, όχι απλώς να δείχνω σέξι, αλλά να είμαι κάτι παραπάνω. Φόρεσα μια κολλητή, μαύρη pencil φούστα και από πάνω ένα ημιδιαφανές μπλουζάκι με σχέδια από τριαντάφυλλα. Είχα πάει νωρίτερα στο κομμωτήριο και είχα αλλάξει look. Ένιωθα ανανεωμένη. Όταν έφτασα στον χώρο μου, ανέβηκα πρώτα επάνω για να χαιρετήσω τον κόσμο και ύστερα πήρα τη θέση μου στο ισόγειο, έτοιμη να υποδεχτώ τους καλεσμένους.
Η ώρα περνούσε και το άγχος μου μεγάλωνε. Κοιτούσα ξανά και ξανά το ρολόι, δεν είχε έρθει ακόμη, ούτε μου είχε στείλει κάποιο μήνυμα, κανένα σημάδι. Σιγά σιγά, ο κόσμος άρχισε να καταφθάνει για το πάρτι μας. Μόνο που, όπως αποδείχθηκε, κάποιοι είχαν μπερδευτεί, δεν ήταν για το δικό μας, αλλά για το άλλο, στο υπόγειο. Έτσι, κάθε τόσο, χαμογελούσα ευγενικά και τους εξηγούσα ότι έπρεπε να κατέβουν έναν όροφο πιο κάτω. Η ώρα κυλούσε κι εγώ συνέχιζα να καλωσορίζω τον κόσμο, είχε αρχίσει να σχηματίζεται ουρά στην είσοδο. Και τότε, μέσα στο πλήθος, τον είδα. Δεν ξέρω αν με πρόσεξε, γύρισα το κεφάλι μου γρήγορα αλλού, νιώθοντας ένα κύμα αμηχανίας να με πλημμυρίζει. Εκείνος ήταν με την παρέα του, χαλαρός, κι εγώ προσπαθούσα να κρύψω τη ταραχή μου. Έκανα πως μιλούσα με έναν φίλο και χαμογελούσα σαν χαζή. Αυτά τα μάτια του όμως.. τόσο εκφραστικά! Δεν μπορούσα να τα ξεχάσω.
Η ώρα περνούσε. Εκείνος, κάτω στο υπόγειο, διασκέδαζε με την παρέα του, ενώ εγώ, στον πρώτο όροφο έκανα τις κληρώσεις, αστειευόμουν με τον κόσμο, μα μέσα μου ένιωθα κάτι να βαραίνει. Έριχνα κλεφτές ματιές στο κινητό μου κάθε τόσο, ελπίζοντας να δω έστω ένα μικρό μήνυμα, μια ειδοποίηση. Όσο κυλούσαν οι ώρες, η μουσική συνέχιζε να χτυπά ρυθμικά, τα φώτα αναβόσβηναν, οι άνθρωποι γελούσαν και χόρευαν, κι εγώ ένιωθα όλο και πιο αποκομμένη. Δεν ήταν ότι δεν περνούσα καλά, ήταν που εκείνος έλειπε. Ή μάλλον, ήταν εκεί, αλλά αλλού. Σε έναν άλλο χώρο, σε μια άλλη διάθεση. Στο ίδιο κτίριο κι όμως, σε διαφορετικούς κόσμους.
Μέσα μου μεγάλωνε η αίσθηση πως η βραδιά δεν θα τελείωνε όπως την είχα φανταστεί. Σκεφτόμουν να φύγω, να πάρω ένα ταξί και να χαθώ στη σιωπή του δρόμου. Όταν το ρολόι έδειξε τρεις, δεν άντεξα άλλο. Πήρα μια βαθιά ανάσα και του έστειλα μήνυμα: «Φεύγω από το event.» Δεν περίμενα καν απάντηση, αλλά σε λίγα λεπτά η οθόνη φωτίστηκε. «Σε είκοσι λεπτά να είσαι έξω από τη Μητρόπολη.» Το στομάχι μου σφίχτηκε, μα ταυτόχρονα ένιωσα έναν παλμό να ξυπνάει μέσα μου. Ήπια βιαστικά το τελευταίο μου ποτό, φόρεσα το παλτό μου και βγήκα στο δρόμο. Ο αέρας της νύχτας ήταν ψυχρός, μ’ εκείνη την υγρασία που κάνει το δέρμα να ανατριχιάζει. Περπάτησα ως τη Μητρόπολη σχεδόν μηχανικά, προσπαθώντας να συγκρατήσω τις σκέψεις μου. Όταν έφτασα, στάθηκα έξω από τα Hondos Center, σε ένα πεζούλι. Το φως από τις βιτρίνες έπεφτε πάνω μου αχνά. Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε το μήνυμα: «Έλα στο καφέ μπροστά. Είμαι με αλάρμ.» Το αυτοκίνητο του περίμενε στην άκρη του δρόμου, τα φώτα του χαμηλωμένα. Πλησίασα, εκείνος με κοίταξε για λίγο μέσα από το τζάμι, ένα βλέμμα μισό χαμόγελο και μισό κάτι που δεν ήξερα να ονομάσω. Άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα, κι όλα γύρω ησύχασαν.
Η μουσική στο αμάξι ήταν ροκ, δυνατή, αλλά όχι ενοχλητική. Εγώ, λίγο ζαλισμένη από το ποτό και την ένταση της βραδιάς. Εκείνος οδηγούσε με εκείνο το γνώριμο βλέμμα του: παιχνιδιάρικο, μα ταυτόχρονα συγκεντρωμένο. Έβαλε το GPS στο κινητό του, προορισμός άγνωστος. Δεν ρώτησα τίποτα. Τον εμπιστευόμουν απόλυτα. Καθώς προχωρούσαμε, οι δρόμοι άδειαζαν. Η πόλη ησύχαζε, κι εμείς μιλούσαμε για τα πάρτι. Για το πώς κύλησε η νύχτα του καθενός μας, ποιοι ήταν εκεί, ποια στιγμή ξεχώρισε. Υπήρχε μια αίσθηση οικειότητας ανάμεσά μας, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε.
Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά σε ένα ξενοδοχείο. Δεν ήξερα καν σε ποια περιοχή βρισκόμασταν, ούτε με ένοιαζε. Ένιωθα πως ήμουν σε καλά χέρια. Σε χέρια που μπορούσα να εμπιστευτώ. Περάσαμε στη ρεσεψιόν, εκείνος μίλησε σύντομα, και μας έδωσαν το κλειδί του δωματίου 503. Μπαίνοντας μέσα, ξαπλώσαμε όπως ήμασταν με τα ρούχα, κουρασμένοι και ήρεμοι. Μιλήσαμε για ώρα, ίσως και παραπάνω από μία. Για τα ταξίδια μας, για εμπειρίες που είχαμε ζήσει, για πράγματα που μας έκαναν να γελάμε ή να κοκκινίζουμε. Με πείραξε για κάτι που είχα κάνει παλιότερα, ένιωσα να με κυριεύει αμηχανία, σχεδόν ντροπή. Γύρισα το κεφάλι στο πλάι, χαμογελώντας αμήχανα.
Και εκείνη την ώρα πήρε το χέρι μου και το έβαλε μέσα από το μποξεράκι του. «Συνέχισε να μιλάς», μου είπε με ήρεμη, χαλαρή φωνή. Εγώ όμως έχασα τα λόγια μου και κοιτούσα το ταβάνι. Συγκεντρώθηκα ξανά και συνεχίσαμε να μιλάμε. Όσο συνέχιζα την ομιλία μας, εκείνος έβγαλε με τη μία το παντελόνι και το μποξεράκι του. Έπεσαν κάτω στο πάτωμα. «Την φούστα δεν την χρειάζεσαι. Βγάλ' την!», μου είπε κι εγώ υπάκουσα. Μου άρεσε αφόρητα όταν με διέταξε, είχε κάτι απίστευτα ερεθιστικό ο τρόπος του. Όταν πήρε τον έλεγχο, το μυαλό μου χάθηκε, σβήστηκαν όλα γύρω μου.
Σηκώθηκα, έβγαλα τη φούστα και ξάπλωσα δίπλα του. Το κεφάλι μου όλη την ώρα ήταν στα πόδια του. Εκείνος είχε θέα το καλσόν και το κιλοτάκι μου. «Συνέχισε αυτό που κάνεις. Θέλω να δω κάτι.», μου είπε χαλαρός και μου άνοιξε τα πόδια. Έβαλε το χέρι του μέσα στο κιλοτάκι μου. «Μην το κάνεις!», του είπα κι εκείνος ξαφνικά βύθισε δυο δάχτυλα μέσα μου. «Γιατί;», με ρώτησε με αυστηρό ύφος. Πήγα να πάρω το χέρι του από το μουνάκι μου κι εκείνος μου το τράβηξε με δύναμη. «Τι;», με ρώτησε. Έκλεισα τα μάτια μου και απολάμβανα αυτό που έκανε. Το δεξί μου χέρι το κρατούσε εκείνος και με το αριστερό κρατούσα το πέος του σφιχτά. Είχα γίνει μούσκεμα σε δευτερόλεπτα. Αυτό γινόταν κάθε φορά που με άγγιζε. Είχε μαγικό χέρι, μαγικά δάχτυλα.
Έσπρωχνε τα δάχτυλά του μέσα μου, όλο και πιο βαθιά στο μουνάκι μου, γλιστρώντας πάνω στο καυτό, υγρό μου δέρμα. Η αίσθηση ήταν σφιχτή, καυτή, σαν να με γέμιζε με φωτιά που έκαιγε αργά. Κάθε του ώθηση έκανε το σώμα μου να σπαρταράει, τα δάχτυλά του να γλιστρούν πάνω στα πρησμένα μου χείλη, να πιέζουν εκείνο το σημείο που με έκανε να δαγκώνω τα χείλη μου. Δεν άντεχα, έβγαζα φωνές, «Ααχχ..», σαν να ξεσπούσα σε κύματα ηδονής, η φωνή μου να αντηχεί σαν υγρός ψίθυρος στο δωμάτιο. Εκείνος, με τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, ψιθύριζε «Σσσσ...», σαν να με διέταζε να σωπάσω, να μην βγάλω άχνα. Εγώ δεν είχα αφήσει ούτε στιγμή τα χέρια μου από το πέος του. Το ’σφιγγα σφιχτά, νιώθοντας τις φλέβες να σπαρταρούν κάτω από τα δάχτυλά μου. Το έβαλα στο στόμα μου, γλείφοντας με μανία, γυρίζοντας τη γλώσσα μου γύρω-γύρω, ρουφώντας αργά τη γεύση του.
«Είσαι πολύ μούσκεμα», μουρμούρισε, νιώθοντας τα υγρά μου να τρέχουν στα δάχτυλά του, να στάζουν πάνω στο σεντόνι. «Είδες πως με κάνεις κάθε φορά;» ψιθύρισα εγώ, με φωνή που έσπαγε από λαχτάρα, ενώ το στόμα μου γλιστρούσε πάνω-κάτω στο πέος του, ρουφώντας βαθιά, νιώθοντας το να σκληραίνει ακόμα περισσότερο μέσα μου. Τα δάχτυλά του επιτάχυναν, κάθε κίνηση να στέλνει ρίγη μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου, και τότε ψιθύρισε βαριά, με φωνή που έσταζε πόθο: «Χύσε για μένα».
Σήκωσε το σώμα του, μου τράβηξε τα μαλλιά με δύναμη, και με μπούκωσε με το πέος του βαθιά, μέχρι το λαιμό. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή έχυσα ένα κύμα καυτό, σαν να ξέσπασε μέσα μου φωτιά, το μουνάκι μου να σφίγγεται γύρω από τα δάχτυλά του, να στάζει, να τρέμει, ενώ το στόμα μου γεμάτο από εκείνον, η ανάσα μου κομμένη, τα μάτια μου κλειστά, και μόνο ένας βαθύς, σιγανός σπασμός να βγαίνει από το λαιμό μου. «Χαλάρωσε τώρα», μου είπε με φωνή χαμηλή, σαν να έσβηνε αργά τη φωτιά που μόλις είχε ανάψει μέσα μου. Τα δάχτυλά του βγήκαν σιγά από το μουνάκι μου, γλιστρώντας πάνω στα υγρά μου, αφήνοντας πίσω μια ζεστή, κενή αίσθηση που με έκανε να ανατριχιάσω. Η ανάσα μου ακόμα κοφτή, αλλά σιγά-σιγά ηρεμούσε.
Το πέος του ήταν ακόμα σκληρό, υγρό από το στόμα μου. «Σήκω!», με διέταξε. «Κάτσε ανάμεσα στα πόδια μου». Σηκώθηκα και τα γόνατά μου είχαν λιώσει από τη ζέστη που ακόμα έκαιγε μέσα μου. Το μουνάκι μου παλλόταν, τα υγρά μου γλιστρούσαν αργά κάτω από τους μηρούς, αφήνοντας κρύα, υγρά ίχνη πάνω στο σκισμένο καλσόν. «Θέλω να με γαμήσεις!» του είπα με λαχτάρα. «Δεν είναι ακόμα η ώρα.» μου απάντησε. Γονάτισα μπροστά του, ανάμεσα στα ανοιχτά, μυώδη πόδια του. Η μυρωδιά του βαριά, αντρική, ανακατεμένη με ιδρώτα και το δικό μου άρωμα. Πήρα το πέος του στα χέρια μου: καυτό, σκληρό κάτω από τα δάχτυλά μου. «Κάν’ τον να τελειώσει!», ψιθύρισε. Ήταν ξαπλωμένος και απόλαυσε το θέαμα. Εγώ είχα βγάλει την μπλούζα μου και είχα μείνει μόνο με τα εσώρουχα και το σκισμένο καλσόν. Άρχισα να το γλείφω αργά, νιώθοντας τη λεία, ζεστή επιφάνεια να γλιστράει πάνω στη γλώσσα μου, τη γεύση του αλμυρή, βαριά, σαν να έπινα τον ίδιο τον πόθο του. Ρούφηξα βαθιά, το στόμα μου να γεμίζει, τα χείλη μου να τεντώνονται γύρω του.
«Σου αρέσει όπως το κάνω;» ψιθύρισα, με τη φωνή μου σπασμένη, γεμάτη σάλια και πόθο, ενώ το στόμα μου γλιστρούσε ακόμα πάνω-κάτω στο πέος του, ρουφώντας βαθιά. Τα μάτια μου ανέβηκαν να τον κοιτάξουν, θολά από τη λαχτάρα, ενώ η γλώσσα μου έγλειφε κάθε σταγόνα. «Κάν’ τον να τελειώσει», ψιθύρισε, η φωνή του σπασμένη, και εγώ δεν σταμάτησα, ρούφηξα πιο δυνατά, τα χέρια μου να σφίγγουν τη βάση, να νιώθω τις φλέβες να διογκώνονται, το πέος του να σπαρταράει μέσα στο στόμα μου, έτοιμο να εκραγεί.
Βγήκα αργά από το στόμα μου, τα χείλη μου πρησμένα, να τρέμουν ακόμα από τη ζέστη του. Πήρα το πέος του στα χέρια μου, σφιχτά, γλιστρώντας πάνω-κάτω με γρήγορες, ρυθμικές κινήσεις, νιώθοντας το να σκληραίνει ακόμα περισσότερο, να σπαρταράει σαν να’ ταν έτοιμο να σπάσει. Τον κοιτούσα στα μάτια όλη την ώρα, το σώμα του τεντωμένο, και τότε έχυσε στα χέρια μου, πάνω στη κοιλιά του, στάζοντας αργά, πάνω στο δέρμα του. Σηκώθηκα αργά, τα γόνατά μου ακόμα να τρέμουν, το μουνάκι μου να σφίγγεται από τα απόνερα του οργασμού μου. Πήγα στο μπάνιο, πήρα μια μαλακή πετσέτα. Γονάτισα ξανά δίπλα του, σκούπισα απαλά το σπέρμα από την κοιλιά του, τα χέρια μου, νιώθοντας τη ζέστη του να σβήνει σιγά-σιγά κάτω από τα δάχτυλά μου, ενώ εκείνος με κοιτούσε, με μάτια βαριά, ικανοποιημένα.
«Έλα στην άκρη του κρεβατιού και στήσου στα τέσσερα!», μου είπε. Πήρα κατευθείαν θέση. Έσκυψα μπροστά, ακουμπώντας το μαξιλάρι κάτω από το πρόσωπό μου, ενώ τα γόνατά μου βυθίστηκαν στο στρώμα. Η πλάτη μου καμπύλωσε φυσικά, ο κώλος μου σηκώθηκε ψηλά, εκτεθειμένος και έτοιμος. Ένιωσα τον αέρα να γλιστράει ανάμεσα στα πόδια μου, εκεί που ήμουν ήδη υγρή από την προσμονή. Μπήκε μέσα μου με μια κίνηση, σκληρή, βαθιά, χωρίς προειδοποίηση. Το σώμα μου άνοιξε, τεντώθηκε, πόνεσε, σαν να με έσκισε στα δύο. Ένα κλάμα ξέφυγε από το λαιμό μου, όχι από πόνο μόνο, αλλά από την ένταση που με πλημμύρισε, από την ανάγκη να τον νιώσω ακόμα πιο βαθιά, ακόμα πιο σκληρά. Με κάρφωνε. Κάθε κίνηση ήταν χτύπημα, σαν να ήθελε να με καρφώσει στο στρώμα, να με κάνει δική του! Τα γόνατά μου έτρεμαν, το σώμα μου κουνιόταν μπροστά, αλλά αυτός με κρατούσε, από το σκισμένο μου καλσόν, να με σέρνει πίσω, πάνω του, ξανά και ξανά. Ο πόνος ήταν γλυκός, καυτός, με έκαιγε από μέσα, και κάθε φορά που με γέμιζε, η ηδονή φούντωνε, μεγάλωνε, με έκανε να καυλώνω όλο και πιο πολύ.
Το σώμα του εισχωρούσε μέσα μου με έναν ρυθμικό, βαθύ παλμό που έκανε τα σωθικά μου να σφίγγονται. Ο ήχος των γοφών του κτύπαγε πάνω στον κώλο μου. «Σου αρέσει όπως με γαμάς;» ψιθύρισα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου, νιώθοντας τα δάχτυλά του να σκάβουν βαθιά στη σάρκα των γοφών μου, και εκείνος μου είπε με φωνή βραχνή από πόθο, «Είναι η αγαπημένη μου στάση. Φώναζε πιο δυνατά!» Η εντολή του δονήθηκε σαν ηλεκτρικό ρεύμα στο αυτί μου, και εγώ υπάκουσα, αφήνοντας τα βογκητά μου να ξεσπούν σαν κραυγές ηδονής που γέμιζαν τον αέρα, ενώ η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και κάθε ώθησή του έστελνε κύματα καυτής απόλαυσης να διαπερνούν το κορμί μου από την κορυφή ως τα νύχια.
«Νομίζω είμαστε εντάξει για απόψε.», μου είπε. Η φωνή του ήταν γεμάτη ικανοποίηση, σαν να είχε πάρει ακριβώς αυτό που ήθελε. Έβγαλε αργά τον εαυτό του από μέσα μου, νιώθοντας το ζεστό, υγρό μου να στάζει ακόμα γύρω του, και ένα μικρό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη μου στη αίσθηση της απώλειας. Μείναμε εκεί λίγο. Μετά σηκωθήκαμε αργά, ντυθήκαμε βιαστικά και βγήκαμε από το δωμάτιο. Με οδήγησε στο αμάξι του, και οδήγησε ήσυχα μέχρι το σπίτι μου, με το ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά.
Όταν σταμάτησε έξω από την πόρτα μου, γύρισα προς αυτόν, έσκυψα και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο, νιώθοντας το τραχύ δέρμα του και μυρίζοντας το άρωμά του mixed με ιδρώτα. «Καληνύχτα», ψιθύρισα, και εκείνος χαμογέλασε πονηρά πριν φύγει για το σπίτι του. Μπήκα μέσα, με το μυαλό μου γεμάτο εικόνες από τη νύχτα μας, και το σώμα μου ακόμα να πονάει γλυκά από την παρουσία του.