18 Φλεβάρη, 32 και κάτι.
“Ο θάνατος αργός” είχες πει σε ένα τραγούδι σου. Κι όμως, για σένα ήταν τόσο γρήγορος και ξαφνικός. Δεν το πίστευα όταν το άκουσα και ακόμα, δύο μέρες μετά και ενώ βλέπω την κηδεία σου στην τηλεόραση, δεν το έχω πιστέψει. Έφυγες νωρίς και άδικα, επειδή δεν πρόσεξες αρκετά, επειδή έτρεχες με το αυτοκίνητο. Πολλές δικαιολογίες, ένα αποτέλεσμα. Έφυγες. Όλοι μιλούν για σένα. Λένε πόσο καλός άνθρωπος ήσουν, πόσο τους βοηθούσες όλους, πόσο σωστός ήσουν. Κι εσύ, μας άφησες. Να σου πω κάτι; Δεν πειράζει, απλώς που και που θα στεναχωριόμαστε. Ήταν τόσα που ήθελες να κάνεις, κι όμως δεν πρόλαβες. Τουλάχιστον, έστω και για τρία-τέσσερα χρόνια, κατάφερες να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα. Μπράβο σου και πολλά συγχαρητήρια. Να προσέχεις εκεί πάνω. Να πίνεις και να τραγουδάς από εκεί ψηλά για εμάς. Καλό παράδεισο, αγαπητέ και καλό ταξίδι να έχεις. Χαιρετίσματα στους φίλους μου. Δεν σου λέω αντίο, ζεις μέσα από τα τραγούδια σου. Και να ξέρεις, δεν ήταν αυτό της καρδιάς σου το γραμμένο. “Την πόρτα έκλεισα σιγά, τ’ αμάξι έβαλα μπροστά και στην καρδιά μου είπα να χτυπά αθόρυβα. Γκάζι πατάω δυνατά, ένα τσιγάρο και φωτιά, μα να τ’ ανάψω, κοριτσάκι μου, δεν πρόλαβα.”














