Headcanon:
Kaidan is so damn massive, because he has so much love to give.
seen from Philippines

seen from United States
seen from Türkiye
seen from United States
seen from United States
seen from United States

seen from Sweden
seen from United States
seen from Australia
seen from United States
seen from United Kingdom
seen from Türkiye
seen from Russia
seen from United States

seen from United States
seen from United States
seen from United Kingdom
seen from Türkiye
seen from Brazil
seen from United States
Headcanon:
Kaidan is so damn massive, because he has so much love to give.

Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
Free to watch • No registration required • HD streaming
@vanilashowcase at temple
relistening to this beauty, def worth the 3.5 hours

Anya is live and ready to show you everything. Watch her strip, dance, and perform exclusive shows just for you. Interact in real-time and make your fantasies come true.
Free to watch • No registration required • HD streaming
https://www.facebook.com/events/486071025124210/
Vofa - PI01.2 [π01]
Το πεδίο και ο κόσμος των αναπαραστάσεων στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Ο Πλατωνισμός θεμελιώνει έτσι ολόκληρο το πεδίο που η φιλοσοφία θα αναγνωρίσει αργότερα ως δικό της: το πεδίο των αναπαραστάσεων που συμπληρώνονται από αντίγραφα-εικόνες και δεν προσδιορίζονται από μία εξωτερική σχέση με ένα αντικείμενο,αλλά από μία εσωτερική σχέση με το μοντέλο ή το θεμέλιο. Το Πλατωνικό μοντέλο είναι το Ίδιο,με την έννοια που ο Πλάτωνας λέει ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι τίποτε περισσότερο από δίκαια,το Θάρρος θαρραλέο,κλπ— ο αφηρημένος προσδιορισμός του θεμελίου ως αυτό που κατέχει κατά έναν πρωταρχικό τρόπο. Το Πλατωνικό αντίγραφο είναι το Όμοιο: ο διεκδικητής που κατέχει με ένα δευτερεύοντα τρόπο. Στην καθαρή ταυτότητα του μοντέλου ή του πρωτοτύπου αντιστοιχεί εκεί μία υποδειγματική ομοιότητα· στην καθαρή ομοιότητα του αντιγράφου αντιστοιχεί η ομοιότητα που αποκαλείται μιμητική. Ωστόσο,δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο Πλατωνισμός αναπτύσσει αυτή τη δύναμη της αναπαράστασης μόνο για τον εαυτό του: ικανοποιείται με το να διαχωρίσει αυτό το πεδίο,δηλαδή,με το να το θεμελιώνει,να το επιλέγει,και να αποκλείει από αυτό καθετί που θα μπορούσε να θολώσει τα όρια του.
Η παράταξη της αναπαράστασης ως καλώς θεμελιωμένης,περιορισμένης,και πεπερασμένης αναπαράστασης είναι μάλλον το αντικείμενο του Αριστοτέλη:η αναπαράσταση διασχίζει και καλύπτει ολόκληρο το πεδίο, εκτεινόμενη από τα μεγαλύτερα γένη στα μικρότερα είδη,και η μέθοδος της διαίρεσης παίρνει την παραδοσιακή της σαγήνη με την συγκεκριμενοποίηση των προσδιορισμών την οποία δεν την είχε ακόμη στον Πλάτωνα. Θα μπορούσαμε επίσης να προσδιορίσουμε μία τρίτη στιγμή όταν,κάτω από την επιρροή του Χριστιανισμού, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα της εγκαθίδρυσης ενός θεμελίου για την αναπαράσταση ή για τη δυνατότητά της,ούτε και για τον ιδιαίτερο καθορισμό της ως περατής. Τώρα κάποιος προσπαθεί να την καταστήσει άπειρη,να της αποδώσει μία έγκυρη αξίωση για το απεριόριστο,να την κάνει να κατακτήσει το απείρως μεγάλο καθώς και το απείρως μικρό,ανοίγοντας την στο Είναι πέρα από τα υψηλότερα γένη και στο ενικό κάτω από τα μικρότερα είδη. Ο Λάιμπνιτς και ο Χέγκελ σημάδεψαν αυτή την προσπάθεια με την ιδιοφυΐα τους.Αλλά και αυτοί δεν πήγαν πέρα από το στοιχείο της αναπαράστασης,αφού διατηρείται η διπλή απαίτηση τού Ίδιου και τού Ομοίου. Απλά μιλώντας,το Ίδιο βρήκε μία ανυπόθετη αρχή ικανή να το κάνει να βασιλέψει το απεριόριστο: επαρκής λόγος· και το Όμοιο βρήκε μία συνθήκη ικανή να εφαρμοσθεί στο απεριόριστο:η σύγκλιση ή η συνέχεια. Στην πραγματικότητα,μία έννοια όπως η λαϊβνίτεια «συνδυνατότητα» σημαίνει ότι, με τις μονάδες να είναι εξομοιωμένες σε ενικά σημεία, κάθε σειρά που συγκλίνει γύρω ένα από αυτά τα σημεία εκτείνεται σε άλλες σειρές που συγκλίνουν γύρω από άλλα σημεία· ένας άλλος κόσμος αρχίζει στην περιφέρεια των σημείων που θα προκαλούσαν την απόκλιση των αποκτημένων σειρών. Βλέπουμε λοιπόν πώς ο Λάιμπνιτς αποκλείει την απόκλιση με το να την κατανέμει σε «ασυνδυνατά στοιχεία» (incompossibles), και με το να διατηρεί τη μέγιστη σύγκλιση ή τη συνέχεια ως κριτήριο για τον καλύτερο δυνατό κόσμο,δηλαδή,τον πραγματικό κόσμο (Ο Λάιμπνιτς παρουσιάζει τους άλλους κόσμους ως λιγότερο καλώς θεμελιωμένους «διεκδικητές»). Ομοίως για τον Χέγκελ,έχει δειχθεί πρόσφατα ο βαθμός στον οποίο οι κύκλοι της διαλεκτικής περιστρέφονται γύρω από ένα μόνο κέντρο,σε ποιό βαθμό στηρίζονται σε ένα και μόνο κέντρο. Είτε με μονoκεντρικούς κύκλους είτε με την σύγκλιση των σειρών,η φιλοσοφία δεν εγκαταλείπει το στοιχείο της αναπαράστασης όταν επιζητά την κατάκτησή τού απείρου. Η μέθη της είναι ψευδεπίγραφη. Συνεχίζει πάντα το ίδιο έργο,την Εικονολογία,και το προσαρμόζει στις θεωρητικές απαιτήσεις τού Χριστιανισμού (το απείρως μικρό και το απείρως μεγάλο). Και πάντα η επιλογή μεταξύ των διεκδικητών,ο αποκλεισμός των εκκεντρικών και των αποκλινόντων,στο όνομα μιας υπέρτατης τελικότητας,μιας ουσιώδους πραγματικότητας,ή ακόμη και ενός νοήματος της ιστορίας.
Η λογική τού ομοιώματος και η ανατροπή-καταστροφή τού πλατωνισμού.
Η αισθητική υποφέρει από μια επώδυνη δυαδικότητα. Από τη μία πλευρά υποδεικνύει τη θεωρία της αισθητικότητας ως μορφή της δυνατής εμπειρίας· από την άλλη καταδηλώνει την θεωρία της τέχνης ως αντανάκλαση τής πραγματικής εμπειρίας. Για να ενωθούν αυτές οι δύο σημασίες,πρέπει οι συνθήκες της εμπειρίας γενικά να γίνουν συνθήκες της πραγματικής εμπειρίας·το έργο τέχνης,από την πλευρά του,θα εμφανιστεί τότε πραγματικά ως πειραματισμός. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι ορισμένες λογοτεχνικές διαδικασίες (το ίδιο ισχύει και για άλλες τέχνες) επιτρέπουν την εξιστόρηση διαφόρων ιστοριών συγχρόνως. Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία το ουσιώδες χαρακτηριστικό τού μοντέρνου έργου τέχνης. Δεν είναι διόλου ένα ερώτημα για τα διαφορετικά σημεία θέασης πάνω σε μια υποτιθέμενα ίδια ιστορία· γιατί τότε τα σημεία θέασης θα εξακολουθούν να είναι υποταγμένα σε έναν κανόνα σύγκλισης. Είναι αντιθέτως ένα ερώτημα για τις διαφορετικές και διιστάμενες ιστορίες,ως εάν σε κάθε οπτική αντιστοιχούσε ένα απολύτως διακριτό τοπίο. Υπάρχει όντως μία ενότητα των αποκλινουσών σειρών στο βαθμό που είναι αποκλίνουσες,αλλά αυτή είναι πάντα ένα έκκεντρο χάος το οποίο γίνεται ένα μόνο μέσα στο Μεγάλο Έργο. Αυτό το ασχημάτιστο χάος,το σπουδαίο γράμμα της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν [Finnegan’s Wake], δεν είναι απλά οποιοδήποτε χάος: είναι η δύναμη τής κατάφασης,η δύναμη τού να καταφάσκεις όλες τις ετερογενείς σειρές,«περιπλέκει» εν εαυτώ όλες τις σειρές (εξ'ού και το ενδιαφέρον τού Τζόυς στον Μπρούνο ως τον θεωρητικό τού complicatio). Μεταξύ αυτών των βασικών σειρών παράγεται ένα είδος εσωτερικής αντήχησης (σ.μ ή συντονισμού-resonance) και αυτή η αντήχηση προκαλεί μια εξαναγκασμένη κίνηση, η οποία ξεχειλίζει εκ των ίδιων των σειρών. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του ομοιώματος,όταν σπάζει τις αλυσίδες του και ανέρχεται στην επιφάνεια: τότε επιβεβαιώνει τη φαντασματική του δύναμη,δηλαδή,την καταπιεσμένη δύναμη του. Ο Φρόυντ έχει ήδη δείξει πώς το φάντασμα προκύπτει από δύο τουλάχιστον σειρές,από μία παιδική και μία άλλη μετα-εφηβική. Η συνδεδεμένη με το φάντασμα συναισθηματική φόρτιση εξηγείται από την εσωτερική αντήχηση, φορείς του οποίου είναι τα ομοιώματα· και η εντύπωση του θανάτου,της διάρρηξης ή του διαμελισμού της ζωής,εξηγείται από το πλάτος της εξαναγκασμένης κίνησης που οδηγεί την πορεία αυτών των εντυπώσεων. Επανενώνονται έτσι οι συνθήκες της πραγματικής εμπειρίας και οι δομές τού έργου τέχνης: απόκλιση των σειρών, αποκεντροθέτηση (decentering) των κύκλων,συγκρότηση του χάους που τις περικαλύπτει, εσωτερικός συντονισμός και κίνησή του πλάτους, βίαιη επίθεση των ομοιωμάτων. Τέτοια συστήματα,που συγκροτούνται μέσω της τοποθέτησης ανόμοιων στοιχείων ή ετερογενών στοιχείων σε επικοινωνία, είναι κατά μία έννοια αρκετά συνηθισμένα. Είναι τα συστήματα σημασιοδότη/σημείου. Ο σημασιοδότης είναι μία δομή στην οποία κατανέμονται οι διαφορές των δυνατοτήτων, εξασφαλίζοντας έτσι την επικοινωνία των ανόμοιων· το σημείο είναι αυτό που αναβοσβήνει μεταξύ του δύο επιπέδων τού συνόρου, μεταξύ των δύο επικοινωνούντων σειρών. Φαίνεται όντως πως όλα τα φαινόμενα ανταποκρίνονται σε αυτές τις συνθήκες στο βαθμό που βρίσκουν τον εξ υπαρχής λόγο τους σε μια καταστατική ασυμμετρία, διαφορά, ή ανισότητα: όλα τα φυσικά συστήματα είναι σηματοδότες, όλες οι ποιότητες είναι σημεία. Είναι αληθές ωστόσο ότι οι σειρές που οριοθετούν αυτά τα συστήματα παραμένουν εξωτερικές·ομοίως,οι συνθήκες της αναπαραγωγής τους παραμένουν επίσης εξωτερικές των φαινομένων. Για να μιλήσουμε για το ομοίωμα,θα πρέπει οι ετερογενείς σειρές να είναι πραγματικά εσωτερικευμένες στο σύστημα, περιεχομενικές ή περιπλεγμένες στο χάος, θα πρέπει η διαφορά τους να εμπεριέχεται (σ.μ να εμπεριέχεται στο σύστημα των επικοινωνούντων ετερογενών σειρών). Χωρίς αμφιβολία υπάρχει πάντοτε μια ομοιότητα μεταξύ των συντονιζόμενων σειρών. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα,το πρόβλημα βρίσκεται μάλλον στην κατάσταση,στην θέση αυτής τής ομοιότητας.Ας εξετάσουμε τους δύο τύπους:«μόνο αυτό που μοιάζει διαφέρει»,«μόνο οι διαφορές μπορούν να μοιάζουν η μία την άλλη». Αυτές είναι δύο αναγνώσεις του κόσμου στο βαθμό που η μία μας καλεί να σκεφτούμε τη διαφορά υπό την οπτική μιας πρότερης ομοιότητας ή ταυτότητας,ενώ η άλλη μας καλεί να σκεφτούμε αντιθέτως την ίδια την ομοιότητα και ακόμα την ταυτότητα ως προϊόν μιας βαθιάς ανομοιότητας. Η πρώτη ανάγνωση ορίζει επακριβώς τον κόσμο των αντιγράφων ή των αναπαραστάσεων· θέτει τον κόσμο ως εικόνα. Η δεύτερη, αντίθετα με την πρώτη,ορίζει τον κόσμο των ομοιωμάτων. Θέτει τον ίδιο τον κόσμο ως φάντασμα. Ωστόσο,σύμφωνα με την άποψη τής δεύτερης φόρμουλας,έχει λίγη σημασία αν η αρχική ανομοιότητα,πάνω στην οποία θεμελιώνεται το ομοίωμα,είναι μεγάλη ή μικρή· μπορεί να συμβεί οι βασικές σειρές να έχουν μόνο μια μικρή διαφορά μεταξύ τους. Αρκεί ακόμη η καταστατική ανομοιότητα να κριθεί όπως είναι, όχι προδικάζοντας κάποια πρότερη ταυτότητα, και ότι το θεμελιωδώς ανόμοιο είναι η ενότητα τού μέτρου και της επικοινωνίας. Τότε η ομοιότητα μπορεί να νοηθεί μόνο ως προϊόν αυτής τής εσωτερικής διαφοράς. Από τη στιγμή που η ομοιότητα παράγεται πάνω σε μια καμπύλη,που η διαφορά,μεγάλη ή μικρή,καταλαμβάνει πάντοτε το κέντρο του ως εκ τούτου αποκεντροθετημένου συστήματος: δεν έχει σημασία αν το σύστημα έχει μια μεγάλη διαφορά εξωτερικά και μια μικρή διαφορά εσωτερικά ή αν ισχύει το αντίθετο. Συνεπώς,η ανατροπή του Πλατωνισμού σημαίνει την ανύψωση των ομοιωμάτων και την επιβεβαίωση των δικαιωμάτων τους μεταξύ των εικόνων και των αντιγράφων. Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει πλέον με τη διάκριση Ουσίας-Εμφάνισης ή Μοντέλου-Αντιγράφου. Η διάκριση αυτή λειτουργεί στο σύνολό της εντός του κόσμου της αναπαράστασης· [το πρόβλημα] έχει μάλλον να κάνει με την ανατροπή αυτού του κόσμου,«το λυκόφως των ειδώλων». Το ομοίωμα δεν είναι ένα υποβαθμισμένο αντίγραφο,[αλλά] υποθάλπει μία θετική δύναμη που αρνείται το πρωτότυπο και το αντίγραφο,το μοντέλο και την αναπαραγωγή. Το ομοίωμα εσωτερικεύει τουλάχιστον δύο αποκλίνουσες σειρές,χωρίς να μπορεί έστω και μία από αυτές να εκχωρηθεί είτε ως το πρωτότυπο,είτε ως το αντίγραφο. Δεν είναι ακόμη αρκετή η επίκληση ενός μοντέλου τού Άλλου,επειδή κανένα μοντέλο δεν μπορεί να αντισταθεί στον ίλιγγο τού ομοιώματος. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο προνομιακό σημείο θέασης παρά μόνο αυτό τού κοινού σε όλα τα σημεία θέασης αντικείμενου. Δεν υπάρχει δυνατότητα ιεράρχησης:ούτε δεύτερος,ούτε τρίτος... Η ομοιότητα παραμένει,αλλά παράγεται ως το εξωτερικό αποτέλεσμα τού ομοιώματος,στον βαθμό που αυτό συντονίζει και χτίζεται πάνω σε αποκλίνουσες σειρές. Η ταυτότητα παραμένει,αλλά παράγεται ως ο νόμος που διαπλέκει και κάνει τις σειρές να επιστρέφουν στην καθεμιά τους στην διάρκεια της εξαναγκασμένης κίνησης. Στην ανατροπή του Πλατωνισμού,η ομοιότητα λέγεται εκ της εσωτερικευμένης διαφοράς,και η ταυτότητα εκ του Διαφόρου ως πρώτη δύναμη. Το ίδιο και το όμοιο δεν έχουν πλέον μία ουσία παρά μόνο ως προσομοιωμένα[simulés], δηλαδή εφόσον εκφράζουν την λειτουργία τού ομοιώματος. Δεν υπάρχει πλέον κάποια πιθανή δυνατότητα επιλογής.Το μη ιεραρχημένο έργο είναι μία συμπύκνωση συν-υπάρξεων,μία ταυτοχρονία συμβάντων [simultané d’ événements]. Είναι ο θρίαμβος του ψευδούς διεκδικητή. Προσομοιώνει [την ίδια στιγμή] τον πατέρα,τον διεκδικητή,και τη νύφη σε μία υπέρθεση των μασκών. Αλλά ο ψευδής διεκδικητής δεν μπορεί να αποκαλεστεί ψευδής σε σχέση με ένα μοντέλο που προϋποτίθεται ως αληθινό όχι περισσότερο από όσο η προσομοίωση θα μπορούσε να αποκαλεστεί εμφάνιση ή ψευδαίσθηση. Η προσομοίωση είναι το ίδιο το φάντασμα,δηλαδή,το αποτέλεσμα της λειτουργίας τού ομοιώματος ως μηχανήματος,Διονυσιακού μηχανήματος. Περιέχει το ψευδές ως δύναμη, Ψεύδος [ελληνικά στο κείμενο], με την έννοια που ο Νίτσε μιλάει για την υψηλότερη δύναμη τού ψευδούς. Με την άνοδό του στην επιφάνεια,το ομοίωμα κάνει το Ίδιο και το Όμοιο,το μοντέλο και το αντίγραφο,να υποκύψουν στη δύναμη τού ψευδούς(φάντασμα). Καθιστά την τάξη των συμμετοχών,την στερεότητα της κατανομής,και τον καθορισμό της ιεραρχίας αδύνατα. Ιδρύει τον κόσμο των νομαδικών κατανομών και των εστεμμένων αναρχιών. Μακράν του να συνιστά ένα νέο θεμέλιο,είναι η καταβαράθρωση κάθε θεμελίου,η επιβεβαίωση μίας καθολικής κατάρρευσης,αλλά ως ένα θετικό και περιχαρές συμβάν,ως μία απο-θεμελίωση [effondement]: «πίσω από κάθε σπήλαιο ανοίγεται ένα άλλο,ακόμη βαθύτερα,και κάτω από κάθε επιφάνεια ένας υπόγειος κόσμος ακόμη πιο αχανής,πιο παράξενος,πιο πλούσιος,και κάτω από κάθε θεμέλιο,κάτω από όλες τις βάσεις,ένα ακόμη πιο βαθύ υπέδαφος [un tréfonds plus profond encore]» . Πώς μπορεί ο Σωκράτης να αναγνωριστεί σε αυτά τα σπήλαια που δεν είναι πλέον δικά του; Με ποιό νήμα,εφόσον το νήμα έχει χαθεί; Πώς θα έβγαινε από αυτά,και πώς θα συνέχιζε να είναι ακόμη διακριτός από τον Σοφιστή; Ότι το Ίδιο και το Όμοιο μπορούν να προσομοιωθούν δεν σημαίνει ότι είναι εμφανίσεις ή ψευδαισθήσεις. Η προσομοίωση δηλώνει την δύναμη τού να παράγεις ένα αποτέλεσμα. Αλλά αυτό δεν αποβλέπεται μόνο κατά μία αιτιακή έννοια,αφού η αιτιότητα θα έμενε τελείως υποθετική και ακαθόριστη χωρίς την παρεμβολή άλλων νοημάτων. Μάλλον αποβλέπεται με την έννοια ενός «σημείου» που προκύπτει από μία διαδικασία σημασιοδότησης [signalization]· με την έννοια μίας στολής,ή μάλλον μίας μάσκας,που εκφράζει μία διαδικασία μεταμφίεσης, όπου, πίσω από από κάθε μάσκα,υπάρχει ακόμη άλλη μία... Η προσομοίωση εννοούμενη κατά αυτόν τον τρόπο είναι αδιαχώριστη από την αιώνια επιστροφή,γιατί είναι στην αιώνια επιστροφή εκεί όπου αποφασίζεται η αναίρεση[le renversement] των εικόνων και η ανατροπή[subversion] τού κόσμου των αναπαραστάσεων. Καθετί συμβαίνει εκεί ως εάν ένα άδηλο[latent] περιεχόμενο αντιτίθεται σε ένα έκδηλο περιεχόμενο. Το έκδηλο περιεχόμενο της αιώνιας επιστροφής μπορεί να προσδιοριστεί σύμφωνα με τον Πλατωνισμό γενικά: αναπαριστά τότε τον τρόπο με τον οποίο το χάος οργανώνεται από την δράση του δημιουργού,και κατά το μοντέλο της Ιδέας που επιβάλλει το ίδιο και το όμοιο σε αυτόν. Η αιώνια επιστροφή,εννοούμενη κατά αυτόν τον τρόπο,είναι τρελό-γίγνεσθαι,που είναι κυριαρχούμενο, μονοκεντρικό,και καθορισμένο να αντιγράφει το αιώνιο.Πράγματι,έτσι εμφανίζεται στον ιδρυτικό μύθο. Εγκαθιστά το αντίγραφο στην εικόνα και υποτάσσει την εικόνα στην ομοιότητα. Ωστόσο,μακράν τού να αναπαριστά την αλήθεια της αιώνιας επιστροφής,μάλλον αυτό το έκδηλο περιεχόμενο σημειώνει την χρησιμοποίηση και την επιβίωση του μύθου σε μία ιδεολογία που πλέον δεν το υποστηρίζει,και που έχει χάσει το μυστικό της. Θα ήταν καλό να θυμηθούμε σε ποιό βαθμό η Ελληνική ψυχή γενικά,και ο Πλατωνισμός ειδικά,απεχθάνονται την αιώνια επιστροφή στην άδηλη σημασία της. Ο Νίτσε είχε δίκιο όταν αντιμετώπισε την αιώνια επιστροφή ως την δική του ιλλιγιώδη[vertigineuse] ιδέα, μία ιδέα που αντλήθηκε μόνο από εσωτερικές Διονυσιακές πηγές, αγνοημένες ή καταπιεσμένες από τον Πλατωνισμό. Για να είμαστε σίγουροι,ο Νίτσε έκανε μερικές φορές δηλώσεις που δεν έφυγαν από στο επίπεδο τού έκδηλου περιεχόμενου:η αιώνια επιστροφή ως το Ίδιο που επιφέρει την επιστροφή τού Ομοίου. Αλλά πως μπορεί κάποιος να μη δει τη δυσαναλογία ανάμεσα σε αυτή την επίπεδη,φυσική αλήθεια,που δεν πηγαίνει πέρα από μία γενικευμένη τάξη των εποχών,και το συναίσθημα του Ζαρατούστρα; Επιπλέον,το έκδηλο περιεχόμενο υπάρχει μόνο για να απορριφθεί στεγνά από το Ζαρατούστρα:μία στο νάνο και πάλι στα ζώα του,ο Ζαρατούστρα μέμφεται το μετασχηματισμό αυτού που αλλιώς είναι βαθύ σε κοινοτοπία,αυτού που ανήκει σε άλλη μουσική σε ένα «παλιό ρεφραίν»,και αυτού που διαφορετικά θα ήταν ελικοειδές σε κυκλική απλότητα. Στην αιώνια επιστροφή ένας πρέπει να περάσει μέσα από το έκδηλο περιεχόμενο,αλλά μόνο για να φτάσει στο άδηλο περιεχόμενο ευρισκόμενο χίλια πόδια κάτω (η σπηλιά κάτω από κάθε σπηλιά...). Τότε,αυτό που φαινόταν στον Πλάτωνα να είναι μόνο ένα άγονο αποτέλεσμα αποκαλύπτει εν εαυτώ[en soi] την μη αναγωγιμότητα [l'inaltérabilité] των προσωπίδων και την απάθεια των σημείων. Το μυστικό της αιώνιας επιστροφής είναι ότι δεν εκφράζει μία τάξη αντιτιθέμενη στο χάος που την περικλείει. Το αντίθετο μάλιστα,δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ίδιο το χάος,ή η δύναμη κατάφασης τού χάους. Είναι ένα σημείο που ο Τζόυς είναι Νιτσεικός όταν δείχνει ότι ο κύκλος του Βίκο (σ.μ vicus of circulation-βλ. εδώ, αναφέρεται στην κυκλική αντίληψη του Giambattista Vico για την ιστορία) δεν μπορεί να επηρεάσει και να προκαλέσει την περιστροφή ενός «χαόκοσμου». Στην συνεκτικότητα της αναπαράστασης,η αιώνια επιστροφή αντικαθιστά κάτι τελείως άλλο,την προσιδιάζουσα σε αυτήν χαοτική περιπλάνηση. Μεταξύ της αιώνιας επιστροφής και του ομοιώματος υπάρχει τέτοιος βαθύς σύνδεσμος,που το ένα δεν μπορεί να κατανοηθεί εκτός τού άλλου. Μόνο οι αποκλίνουσες σειρές,στο βαθμό που είναι αποκλίνουσες,επιστρέφουν: δηλαδή,κάθε σειρά στο βαθμό που μετατοπίζει τη διαφορά της μαζί με όλες τις άλλες,και όλες οι σειρές στο βαθμό που περιπλέκουν τη διαφορά τους μέσα στο χάος που είναι χωρίς αρχή ή τέλος. Ο κύκλος της αιώνιας επιστροφής είναι ένας κύκλος που είναι πάντοτε έκκεντρος [excentrique] σε σχέση με ένα πάντοτε αποκεντροθετημένο [décentré] κέντρο. Ο Κλοσόβσκι έχει δίκιο όταν λέει για την αιώνια επιστροφή ότι είναι μόνο το «ομοίωμα ενός δόγματος»:είναι όντως το Είναι [l’Etre],μα μόνο όταν το «είναι» [l'étant] είναι το ομοίωμα. Το ομοίωμα λειτουργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε μια ορισμένη ομοιότητα ρίχνεται απαραιτήτως πίσω στις βασικές σειρές του και μια ταυτότητα προβάλλεται απαραιτήτως στην εξαναγκασμένη κίνηση. Έτσι,η αιώνια επιστροφή είναι,στην πραγματικότητα,το Ίδιο και το Όμοιο,αλλά μόνο ως προσομοιωμένα,προϊόντα της προσομοίωσης,μέσω της λειτουργίας τού ομοιώματος(θέληση για δύναμη). Είναι από αυτή την άποψη που [η αιώνια επιστροφή] αντιστρέφει την αναπαράσταση και καταστρέφει τις εικόνες: δεν προϋποθέτει το Όμοιο και το Ίδιο·αντιθέτως,συνιστά το μόνο Ίδιο—το Ίδιο αυτού που διαφέρει,και τη μόνη ομοιότητα—την ομοιότητα αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί. Είναι το μοναδικό φάντασμα για όλα τα ομοιώματα(το Είναι όλων των όντων). Είναι η δύναμη τού να καταφάσκεις την απόκλιση και την αποκεντροθέτηση. Είναι πράγματι το αντικείμενο μίας ανώτερης κατάφασης.Βρίσκεται κάτω από τη δύναμη τού ψευδούς διεκδικητή προκαλώντας αυτό που είναι να συμβεί ξανά και ξανά. Επίσης,δεν κάνει τα πάντα να έρθουν πίσω. Είναι ακόμη επιλεκτική,κάνει μια διαφορά,αλλά διόλου με τον τρόπο του Πλάτωνα. Αυτό που επιλέγεται είναι όλες οι διαδικασίες που αντιπαρέρχονται της επιλογής. Αυτό που αποκλείεται,αυτό που δεν κάνει την επιστροφή του,είναι αυτό που προϋποθέτει το Ίδιο και το Όμοιο,αυτό που προσποιείται ότι διορθώνει την απόκλιση,επανακεντροθετεί [recentrer] τους κύκλους ή διατάσσει το χάος,και παρέχει ένα μοντέλο ή δημιουργεί ένα αντίγραφο. Σε όλη τη μεγάλη του ιστορία,ο Πλατωνισμός συνέβη μόνο μία φορά, και ο Σωκράτης υπέκυψε. Γιατί το Ίδιο και το Όμοιο γίνονται απλές ψευδαισθήσεις όταν παύουν να προσομοιώνονται. Η νεωτερικότητα ορίζεται από την δύναμη τού ομοιώματος. Αρμόζει στην φιλοσοφία το να μην είναι μοντέρνα με κάθε κόστος,όχι περισσότερο από το να είναι μη χρονική, αλλά να αποσπά από την νεωτερικότητα κάτι που ο Νίτσε όρισε ως το απροσδόκητο,που γειτνιάζει της νεωτερικότητας,αλλά πρέπει να στραφεί εναντίον της— «ελπίζω τον ερχομό ενός μελλοντικού χρόνου». Δεν είναι στα μεγάλα δάση και τα μονοπάτια εκεί όπου η φιλοσοφία αναπτύσσεται,αλλά στις πόλεις και τους δρόμους—ακόμη και στο πιο τεχνητό στοιχείο σε αυτές. Το απροσδόκητο εγκαθιδρύεται σε σχέση με το πιο μακρινό παρελθόν,με την ανατροπή του Πλατωνισμού· σε σχέση με το παρόν,με το ομοίωμα εννοούμενο ως αιχμή της κριτικής νεωτερικότητας· σε σχέση με το μέλλον με το φάντασμα της αιώνιας επιστροφής ως πίστη στο μέλλον. Το τεχνητό και το ομοίωμα δεν είναι το ίδιο πράγμα· είναι ακόμη και αντιθετικά. Το τεχνητό είναι πάντοτε αντίγραφο ενός αντιγράφου,το οποίο πρέπει να ωθηθεί ως το σημείο που αλλάζει την φύση του και αντιστρέφεται σε ομοίωμα(η στιγμή της Pop’Art). Το τεχνητό και το ομοίωμα εναντιώνονται στην καρδιά της νεωτερικότητας,στο σημείο που η νεωτερικότητα ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της, ως δύο τρόποι καταστροφής: δύο μηδενισμοί. Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τού να καταστρέφεις ώστε να διαιωνίζεις και να διατηρείς την εγκαθιδρυμένη τάξη των αναπαραστάσεων,των μοντέλων,και των αντιγράφων,και το να καταστρέφεις τα μοντέλα και τα αντίγραφα ώστε να καθιερώσεις το χάος που δημιουργεί,ανυψώνοντας έτσι ένα φάντασμα και κάνοντας τα ομοιώματα να λειτουργήσουν— η πιο αθώα εκ των καταστροφών,η καταστροφή του Πλατωνισμού.
Gilles Deleuze, Ο Πλάτωνας και το ομοίωμα.
https://www.discogs.com/Sawf-Nihil-Est-EP/release/8252172