Damage
“She looked like everyone else”
Ο Γάλλος μαέστρος Luis Malle, έχοντας εξερευνήσει τα κινηματογραφικά είδη μέσα στην μακροχρόνια πορεία του στο χώρο, αποφασίζει στο κλείσιμο της καριέρας του να καταπιαστεί με το “μοιραίο” και το “πάθος”, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα της J. Hart, δύο έννοιες που ένας άνθρωπος της ηλικίας του έχει το ελεύθερο να τις προσεγγίσει με πλήρη ελευθεριότητα και ad libitum αποστασιοποίηση και σκεπτικότητα.
Ακολουθώντας το σενάριο που θέτει έναν καταξιωμένο πολιτικό να ερωτεύεται -και να συνάπτει “σχέση” - με τη μέλλουσα νύφη του γιου του, ο Malle παρουσιάζει όλη την κοινοτοπία του θέματος ως σιωπηλός παρατηρητής που φείδεται σχολιασμών επί των γεγονότων, αφήνοντας τις μοιραίες αυτές έλξεις να αναλάβουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που τους αρμόζει ως κινητήριες, θεϊκές δυνάμεις που θέλουν τους ανθρώπους έρμαια στις ορέξεις τους. Σε βηματισμό ευρωπαϊκού ταγκό, οι ρόλοι των παρτενέρ εναλλάσσονται σε δυναμική καθώς ο κάθε χαρακτήρας θέτει σαφώς τα όρια του, μόνο για να δείξει στον απέναντί του τι θα πρέπει να του καταπατήσει, με στροφές πάνω στις νότες του Z. Preisner των οποίων η αντήχηση επηρεάζει όλο τον περίγυρο του -νεοσυσταθέντος – ζευγαριού.
Καθ’ όλη την εξέλιξη της ταινίας, η κάμερα του Γάλλου δημιουργού φαίνεται πως αναλαμβάνει τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή που καταγράφει με ντοκυμαντερίστικη αντικειμενικότητα τις πιο φλογισμένες ερωτικές συνευρέσεις του ζευγαριού, με τον κατάλληλο φωτισμό και χρωματική παλέτα, πείθοντας τον θεατή πως πρόκειται για μια σχέση που ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική εμμονή και στο παράλογο (ή καλύτερα στο αγγλικό “infatuation”). Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, την γλαφυρότητα των ερωτικών πλάνων, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να θεμελιώσει τους προβληματισμούς του περί των ψυχικών τραυμάτων που δεν θεραπεύονται ποτέ, παρά μένουν ένα αγκάθι, γύρω από το οποίο ο οργανισμός χτίζει αμυντικά τείχη για να μειώσει τον πόνο και πώς αυτό οδηγεί σε μια αναπόδραστη επαναληψιμότητα μοτίβων απροσπέλαστης αποστασιοποίησης κι ανάγκης για κατανόηση.
Ο Malle, πατώντας πάνω στο γραπτό της Hart, εξερευνεί τον ψυχισμό των ανθρώπων με τέτοια τραύματα και διερωτάται για τη φύση των σχέσεων, της κτητικότητας μεταξύ των συντρόφων, την ευθραυστότητα των ψυχικά τραυματισμένων ανθρώπων κι αναγνωρίζει τη συναισθηματική μόνωση ως την υπέρτατη εσωτερική άμυνα των ατόμων αυτών προς επιβίωση και λειτουργικότητα. Σε αυτή την ταραγμένη ψυχοσύνθεση και συναισθηματική ακαμψία αντιστοιχίζεται το δίπολο “πάθος/λογική”, οδηγώντας σε ένα σπαρακτικό τέλος όπου αντιτίθενται η απώλεια, οι τύψεις, η κυνικότητα, οι παράπλευρες ζημιές, η τυχαιότητα, η αυτοκαταστροφικότητα και το θανάσιμο πλήγμα (= “damage fatale”, στον γαλλικό τίτλο), ως αποτέλεσμα της έρευνας και της μελέτης του σκηνοθέτη πάνω στα προαναφερθέντα ζητήματα. Mε αιώνιο αστάθμητο παράγοντα το “timing” και την “τύχη”, η ταινία κλείνει πνίγοντας την αριστοτελική έννοια της κάθαρσης στους ήχους του βιολιού και στο παγωμένο ασπρόμαυρο βλέμμα μιας φωτογραφίας, υπενθυμίζοντας την προαναφερθείσα ατάκα πως “οι πληγωμένοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, γιατί ξέρουν να επιβιώνουν”.
★ : 3/5














