Ηλιόλουστο πρωινό. Η ώρα οκτώ και τέταρτο. Το κουδούνι χτυπά πιο απαιτητικό από ποτέ. Εσύ κάθεσαι πάνω στο παγωμένο μάρμαρο της απελπιστικά συμμετρικής αυλής του δεύτερου σπιτιού σου, του σχολείου. Χαζεύεις ένα χαοτικό πλήθος αγοριών και κοριτσιών, που έχει τόση συνοχή όση και η Γκουέρνικα του Πικάσο. Άλλοι με συμβατικά κουρέματα και άλλοι με ευφάνταστες, εξτρίμ κομμώσεις. Μερικοί από αυτούς είναι ακόμα νυσταγμένοι από το βίαιο πρωινό ξύπνημα και άλλοι παρά την ακόρεστη επιθυμία τους για λίγο περισσότερο ύπνο, καταφέρνουν και χαμογελούν και περπατούν χοροπηδηχτά, σχεδόν χορευτικά.
Ανάμεσα στους τελευταίους, εντοπίζεις κάποια γνώριμα πρόσωπα. Είναι οι «δικοί σου», το «παρεάκι σου», που με τόσο κόπο έγινε δικό σου (αλήθεια, θυμάσαι το καρδιοχτύπι που ένιωσες τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας σας;). Είναι οι άνθρωποι που μοιράζεσαι όχι μόνο μια τάξη, αλλά στιγμές, φαγητό, καρδιοχτύπια και ανησυχίες. Ατελείωτες συζητήσεις για ποικίλα θέματα: από το πώς τα πήγατε στα μαθηματικά, μέχρι το λόγο που χώρισες με τον Παύλο από το Γ1.
Είναι οι φίλοι, οι οποίοι σου κράτησαν το χέρι έξω από την αίθουσα λίγο πριν τη μεγάλη κρίση των πανελληνίων και σε καθησύχασαν με ένα απλό «όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς», που τώρα μοιάζει μηδαμινό αλλά τότε φάνταζε τόσο σωτήριο και λυτρωτικό. Είναι εκείνοι που προτίμησαν χρόνια μετά, να ταλαιπωρηθούν ένα 12ωρο στο κατάστρωμα ενός πλοίου, προκειμένου να σε καμαρώσουν με το μπλε χιτώνα και την ανθοδέσμη, ως ολοκληρωμένη πλέον επιστήμονα. Εκείνοι που ακόμα και αν δεν κατάφεραν να είναι φυσικά κοντά σου, ήταν πάντοτε νοερά διπλά σου μέσα από μια ευχή, ένα γλυκό μήνυμα, ή ένα κόσμημα που σας χάρισαν με τον πρώτο πενιχρό μισθό τους για να τους νιώθεις κοντά σου. Άραγε δεν ήξεραν ότι τους κουβαλάς μέσα σου;
Τώρα βαδίζετε πλέον στο μέσον της δεύτερης δεκαετίας της ζωής σας. Νιώθετε κιόλας μεγάλοι, μα ίσως περισσότερο μπερδεμένοι. Έχετε τις δουλειές σας, την ανεξαρτησία σας και ένα νέο είδωλο στο καθρέφτη το οποίο δε θυμίζει πολλά από εκείνον τον ατσούμπαλο και αφελή έφηβο με τα σπυράκια που καθόταν στη ξύλινη καρέκλα και κοιτούσε έξω από το μεγάλο παράθυρο του σχολείου οραματιζόμενο χρυσές αμμουδιές και δροσερά κοκτέιλ.
Νιώθεις την επιτακτική ανάγκη να γυρίσετε το χρόνο πίσω, σε εκείνα τα ανέμελα πρωινά λίγο πριν το χτύπημα του κουδουνιού και στα μεσημέρια μετά το τελευταίο χτύπημα, ή τότε που κανονίζατε με το «παρεάκι» από το πού θα πάτε για καφέ μεθαύριο μετά τη γιορτή της 25ης Μαρτίου, μέχρι το τί θα φορέσετε στο πάρτι της Μαιρούλας και ποιό νησί θα διαλέγατε για τις πρώτες ενήλικες διακοπές.
Την ονειροπόληση αυτή διακόπτει ο εκνευριστικά εκκωφαντικός ήχος μιας κόρνας. Καθισμένη, πάλι, στο μαρμάρινο πεζούλι αυτή τη φορά κάποιας πλατείας, βλέπεις από μακριά κάποια γνώριμα πρόσωπα να σε πλησιάζουν. Δε μπορείς να διακρίνεις αν περπατούν ή αν χορεύουν, όμως σίγουρα κάτι σου θυμίζουν. Μοιάζουν πολύ με εκείνους τους ατσούμπαλους μεν, γεμάτους όνειρα εφήβους δε, που περάσατε μαζί τα πιο όμορφα σχολικά σας χρόνια και συνεχίζετε να περνάτε και τα νεανικά. Μόνο που τώρα κάτι έχει αλλάξει...
Μέσα στα πλατιά χαμόγελα δεν αναγνωρίζεις πλέον το «παρεάκι» και τα «φιλαράκια» σου με τα σκισμένα τζιν και τα ζωγραφισμένα «σταράκια», αλλά τα αδέλφια σου.
Τα αδέλφια που επέλεξες εσύ να είναι στη ζωή σου και εκείνα που είχαν το πείσμα και το κουράγιο να παλέψουν για να μείνουν σε αυτήν. Τα αδέλφια που μπορεί να μη σας ενώνει το ίδιο αίμα, αλλά σας συνδέει η μία, η ίδια ψυχή.
Εξάλλου, τί είναι το αίμα μπροστά στη ψυχή;
Συντάκτρια: Μαρία Νικολάλου