επιστροφή με το πλοίο
Σεληνόφεγγη νυχτα, στο κεφάλι μου παίζει ακόμα μουσική, μια μελωδία ξεχασμένη μελαγχολική μα συνάμα ελευθερωτικη. Στην αγκαλιά της νύχτας το πλοίο τώρα χάνεται, μες το Αιγαίο ψάχνει να βρει το νότο.
Μία σκιά η μορφή μου, τυλιγμενη με ρούχα και υφάσματα άκρη άκρη στο πλοίο ρουφάει όσο μπορεί θάλασσα. Σκέφτεται, δακρύζει, χαμογελάει. Ο αέρας την αγαπάει, την αγκαλιάζει.
Τρέμω μη ξεχάσω.
Μυρωδιές, χάδια, ήχοι, κρύο, χείλη, μάτια, χέρια, τόσα ερεθίσματα. Χρώματα, γεύσεις γέλια. Πόσα γέλια. Χαμόγελα, μάτια. Φαγητό. Θεέ μου φαγητο! Και πάλι ματιά.
Θα γράψω τι θέλω να θυμάμαι. Ξεχνάω γαμωτο!
Αγγιγματα, μυρωδιές, γεύσεις όλα έχουν χρώμα κεραμιδί, ένα παστέλ κόκκινο πορτοκαλί ή του χειμώνα το λευκό, του πάγου. Ας γίνει τώρα μετατροπή σε ασπρόμαυρο. Πως γράφεις τη μυρωδιά ενός καστανου στη φωτιά, την αίσθηση από ένα χάδι ή ένα φίλι στο μάγουλο ή στο λαιμό. Εκείνα τα μάτια πουυ λάμπουν όταν μιλούν για ονειρα και ελπίδες.
Λέξεις σκόρπιες. Το 1/3 από αυτά για εσένα. Η φωνή σου παίζει πολύ, τα χέρια σου, το δέρμα σου. Όλα παίζουν.
Μετά ανοίγω το νέο μου βιβλίο. Θεέ μου τι χαρά! Σα μικρό παιδί που παίρνει νέο παιχνίδι. Διαβάζω (“βολική αναισθησία”, Κωστάκης Ανάν) και υπάρχει συνοχή απ το ακαταλόγιστο του κεφαλιού με τα γράμματα στις σελίδες. Ζεστή αίσθηση! Σαν μια γουλιά αλκοόλ καθώς κατεβαίνει προς το στομάχι, νιώθεις όλη τη πορεία που ακολουθεί μέσα στον οισοφάγο αλλά τίποτα ασυνήθιστο σα λειτουργία για το σώμα. Και χάνομαι εκεί μεταξύ μιζέριας και τέχνης τόσο “κομμάτι μου” όλο αυτό. Ξαφνικα νιώθω πιο αποδεκτή σε αυτό το κοσμο, πιο οικεία, πιο..
Έτσι με τη ψευδαίσθηση της πληρότητας και του ελέγχου θα πάω να συνεχίσω την ανάγνωση μέσα. Ξαπλωμένη σε μια από αυτές τις δήθεν αριστοκράτικες μοκέτες των πλοίων. Που μεταξύ μας έχουν φιλοξενήσει τόσα μυριαδες πόδια και κορμιά, που ότιδηποτε αριστοκρατίκο εξ ορισμού χάνεται πάνω τους.
Ηράκλειο, Ιαν'19



















