Ένιωσα την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη χρόνια

















