Σήμερα βρήκα την σελίδα μου εδώ.
Είχα να μπω 5 χρόνια, και διαβάζοντας τις λέξεις που κάποτε στοίβαζα δίπλα δίπλα
Νιώθω το στομάχι μου να δένεται κομπος και το κεφάλι μου να βουίζει
Σαν να ανοίγω μια πληγή, καινούργια.
Οπως οι ουλές που έχουν αλλάξει χρώμα και μοιάζουν με το δέρμα, μα αν το κοιτάξεις καλά είναι ακόμη εκεί.
αν όμως πέσεις πάλι, και την χτυπήσεις θα ανοίξει ξανά από την αρχή.
Διαβάζω αυτά τα κείμενα, και νιώθω λες και έγραφα ανέκαθεν για εσένα.
Πέρασαν τόσα χρόνια που δεν σε έχω, πιο πολλά από όσα σε είχα.
Μα πως μιλάω έτσι; Σαν να ήσουν κάποιο απόκτημα, πολύτιμο και μονάκριβο και σε ακούμπησα σε έναν πάγκο προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου, και σε έχασα.
Οχι μωρό μου, εσύ ήσουν τα πάντα.
Δεν είσαι εδώ, αν και άλλα είχες υποσχεθεί.
Εγώ πίστεψα στα αλήθεια ότι θα μεγαλώναμε μαζί
Και ίσως οι σχέσεις να είναι έτσι, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο
Σαν διερχόμενα αυτοκίνητα κάτω από κάποια γέφυρα που ενώνει ζωές
Σαν περαστικοί στο πεζοδρόμιο που χτυπούν τους ώμους μεταξύ τους και έπειτα γυρνούν και ρίχνουν ένα βλέμμα εκνευρισμού.
Ισως αν δεν σ’ αγαπούσα να μην ήξερα ότι μπορώ
Και αν δεν υπήρχες να προσπαθούσα ακόμη να με αγαπήσω και εγώ.
Ισως να είναι που έμαθα να γεμίζω το κενό ανάμεσα στα πλευρά μου με πόνο, πολύ πριν γνωρίσω την αγάπη.
Και είναι που μου λείπεις ακόμη και τώρα σαν να μη σε άγγιξα ποτέ, σαν να πέρασες για μια στιγμή και χάθηκες.
Εγώ γύρισα να σε κοιτάξω μα εσύ συνεχίζεις να περπατάς, δεν μου έριξες ούτε βλέμμα.

















